expr:class='"loading" + data:blog.mobileClass'>

nasdaq

Search in navarinoinvestment

auto slider

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

K. Varnalis-The ballad of mr. Mentios


The whole poem as written by K. Varnalis         


These shabby legs won’t bend
and ache the darned
hobble once and hobble twice
through life’s misery.
Daylong toil, ruffian toil!
everyone beating: masters, slaves;
everyone: slaves, master;
and left me starving,
and left me starving.


Up the village, down the village
uphill, downhill
with heat and rain
till lassitude overflowed the soul.
Twenty years old burro
I’ve carried a whole pit
and built, on the entryway,
the village’s church,
the village’s church.

[Refrain]
Giddyap victim, giddyap sucker
giddyap eternal symbol!
Forthwith you waken
the world will flip over,
the world will flip over.

And paired with the ox
-different stature and different gait-
I ploughed in ravines
the master’s acres.
And during war all in all
I carried machine guns
for populaces to get killed
for the master’s food,
for the master’s food.

[Refrain]…
Behold, the others have set about
and the creation has turned red
and another sun has risen
in another sea another land

[Refrain]…


These shabby legs won’t bend
and ache the darned
hobble once and hobble twice
through life’s misery.

Daylong toil, ruffian toil!
everyone beating: masters, slaves;
everyone: slaves, master
and left me starving.

The children, the good children,
competed in childhood,
with stones at the underbelly
fistfuls of flies at the bollocks!

Up the village, down the village
uphill, downhill
with heat and rain
till lassitude overflowed the soul.

Twenty years old burro
I’ve carried a whole pit
and built, on the entryway,
the village’s church.

And paired with the ox
-different stature and different gait-
I ploughed in ravines
the master’s acres.

And during war all in all
I carried machine guns
for populaces to get killed
for the master’s food.

And for this rascal
I carried the bride
and her dowry a mountain,
her honour sky-reaching!

But me, to a peg
they tied me during May
in the bare field
to bray, to lament.

And the priest with his belly
took me for his work
and spoke to me waggling:
― “Christ rode you!

Work to replete
the whole Homeland and the Few.
Don’t ask how or why,
seek the virtue!”

― “I can’t bear it! I’ll fall down!”
― “Be chagrined! The forefathers be chagrined!”
― “I’m nauseous!... I’m hungry!...”
― “Hush! You’ll eat in heaven!”

And I thought: when one day
old age gets the upper hand
I’ll too rest
the God’s jument!

No beating! No packing!
They’ll give me a corner,
some drink and hay,
pension for so many years!

And when a good night
I kick the bucket
and breathe my last
(a puff! that’s life)

may my soul rush
in Abram’s(Abraham) warm embrace,
his white, strawish
beard to kiss!...

I grew old and as I was of no use
and was a rumbling rotter,
they threw me away
for the beasts to eat me.

I grovelled my ass off and found
Saint Francis in the cave:
― “Hail true light
and protector of animals!

Save old mr Menti
from Master’s injustice
you who taught mr wolf
to become a lamb!

The brutal master make,
make him human out of a wolf!...”
But with this talk
he shut door and ear on me.

Then a black snake,
sticks out its' forked tongue
behind the brushwood
and judders it wittily:

― “Jackasses and plebes
prey for light to heavens,
but gods and foul fiends
are not there rather than here.

If it’s justice you pant, my old fruit,
with the justice of war
you’ll find it. Whoever desires
freedom, takes a sword.

Don’t strike your brother –
but your master the earless!
And to (the products of) your own sweat
you be the master.

Giddyap victim, giddyap sucker
giddyap eternal symbol!
Forthwith you waken
the world will flip over,

Behold! The others have set about
and the creation has turned red
and another sun has risen
in another sea, another land.

 

Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
στης ζωής το ρημαδιό.
Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι•
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό,
και μ' αφήναν νηστικό.

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.
Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά,
του χωριού, την εκκλησιά,

[Ρεφρέν]
Άιντε θύμα, Άιντε ψώνιο,
Άιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρθει ανάποδα ο ντουνιάς,
θά ρθει ανάποδα ο ντουνιάς.

Kαι ζευγάρι με το βόδι
-άλλο μπόι κι άλλο πόδι-
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.
Kαι στον πόλεμ' όλα για όλα
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ,
για τ' αφέντη το φαί.

[Ρεφρέν]…
Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κι έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ' άλλη θάλασσα, άλλη γη.

[Ρεφρέν]…

Ολόκληρο το ποίημα του Κ. Βάρναλη

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
στης ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι•
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Kαι ζευγάρι με το βόδι
-άλλο μπόι κι άλλο πόδι-
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ' όλα για όλα
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Kαι γι' αυτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ' εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― “Σε καβάλησε ο Xριστός!

Δούλευε για να στουμπώσει
όλ' η Xώρα κ' οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!”

― “Δε βαστάω! Θα πέσω κάτου!”
― “Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!”
― “Aντραλίζομαι!... Πεινώ!...”
― “Σουτ! Θα φας στον ουρανό!”

K' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κ' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν' η ζωή),

η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ' Aβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!...

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:
― “Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Mα με την κουβέντ' αυτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί.

Tότενες το μαύρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

― "Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κι οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο τον δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.

Άιντε θύμα, Άιντε ψώνιο,
Άιντε σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρθει ανάποδα ο ντουνιάς.

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κι έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ' άλλη θάλασσα, άλλη γη.




Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου