expr:class='"loading" + data:blog.mobileClass'>

nasdaq

Search in navarinoinvestment

auto slider

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Ο Μυκηνα'ι'κός Τύμβος του Σαμικού Τριφυλίας


 Κατά τας αρχάς Φεβρουάριου 1954, τυχαία ανεύρεσις μυκηναϊκών αγγείων υπό αγρότου, είς την περιοχήν Σαμικού, έδωσεν αφορμήν είς την ανακάλυψιν σπουδαίου τύμβου, πλουσίου είς αγγεία αρίστης ποιότητος.
 Ο τύμβος ούτος, μοναδικός, ως ο πρώτος σαφώς μυκηναϊκός είς την κυρίως Ελλάδα, κείται παρά τους ΒΑ. πρόποδας των λοφίσκων Καζέρνα ή Κλειδί και εις απόστασιν 40 περίπου μέτρων από της όχθης της παρακειμένης λίμνης (Πίν. 5α). Ανατολικώς του τύμβου, υψούται η ακρόπολις του αρχαίου Σαμικού, μετά των καλώς διατηρουμένων εις μεγάλην έκτασιν τειχών αυτής. Η πόλις, κειμένη εις την μεταξύ της ακροπόλεως και της παραλίας του Ιονίου πελάγους πεδιάδα, επροστατεύετο υπό δύο βραχιόνων των εκ της ακροπόλεως κατερχομένων τειχών, σωζομένων εις μικρά μόνον τμήματα. Τα ερείπια της πόλεως είναι σήμερον ορατά εντός της λίμνης του Σαμικού, η οποία εσχηματίσθη πιθανόν κατά τον πρώιμον Μεσαίωνα1.




Οι λόφοι στην θέση "Κλειδί" της Τριφυλίας.

Ο ειρημένος αγρότης, ονόματι Διονύσιος Κανελλόπουλος, έχων την οικίαν αυτού εις τους ΒΑ. πρόποδας των λοφίσκων Κλειδί και επιθυμών να οικοδομήση μικράν βοηθητικήν καλύβην επί της παρακειμένης χαμηλής μαστοειδούς εξάρσεως του τύμβου, προσέκρουσεν, εις μικρόν από της επιφανείας του εδάφους βάθος (0,20 - 0,30 μ.), εις πλήθος λίθων, αγγείων, οστράκων και σκελετών. Ούτος, συνεχίσας μετά ταύτα εκ περιεργείας την εκσκαφήν, κατέστρεψε πλήθος αγγείων και ανεστάτωσε το μέγιστον του εσωτερικού του τύμβου2.
 Τα χώματα του τύμβου, κειμένου εντός του χώρου της πόλεως, συνίστανται, ως άλλως τε και τα χώματα όλης της περιοχής, εκ καθαρας άμμου, ενεκα δε τούτου είχον κατολισθήσει από μακρού χρόνου και ουδέν προέδιδε την ύπαρξιν του τύμβου, πλήν της ειρημένης μαστοειδούς εξάρσεως.
 Κατά την συστηματικήν ανασκαφήν, χρηματοδοτηθείσαν υπό της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ηρευνήθησαν το πρώτον τα ανασκαφέντα υπό του αγρότου χώματα, προ της απομακρύνσεως αυτών, και περισυνελέγη πλήθος οστράκων.
 Ο τύμβος περιεκλείετο υπό χαμηλής κυκλικής κρηπίδος, εκτισμένης διά "ξερολιθιάς", εκ μέτριου έως μεγάλου μεγέθους αργών λίθων. Ούτοι είχον σχεδόν έξ ολοκλήρου απομακρυνθή της αρχικής αυτών θέσεως υπό του ειρημένου αγρότου, κατέλιπον όμως σαφή τα ίχνη των επί του χώματος, ένθα τούτο είχε λάβει βαθύ καστανόν χρώμα, ώστε να είναι δυνατός ο καθορισμός τόσον του ύψους και του πάχους, όσον και της διαμέτρου του περιβόλου (σωζ. υψ. 0,60 μ., πάχ. 0,50 μ., εσωτ. διάμ. 5.50 μ. Σχέδ.1).
 Εκτός των λίθων του περιβόλου, έτεροι είς σημαντικόν αριθμόν προέρχονται εκ του εσωτερικού του τύμβου και ανήκουν είς τους εντός αυτού τάφους, ως με επληροφόρησεν ο ανασκάψας τον τύμβον χωρικός και ως η πρόοδος της ερεύνης επεβεβαίωσεν.
 Η στρωματογραφική έρευνα του εσωτερικού του τύμβου υπήρξε δυσχερεστάτη, άφ’ ενός λόγω της μεγάλης αναστατώσεως των χωμάτων υπό της προηγηθείσης λαθρανασκαφής, η οποία είς τινά τμήματα είχε φθάσει μέχρι του φυσικού εδάφους, αφ΄ ετέρου δε λόγω της εκ μαλακής άμμου συστάσεως του εδάφους, η οποία ενίοτε δεν επέτρεπε την διάκρισιν των τεταραγμένων από των άθικτων τμημάτων του τύμβου.
 Κατά την γενομένην συστηματικήν έρευναν του τύμβου, ευρέθησαν δύο μόνον τάφοι άθικτοι, δώδεκα έτεροι ημικατεστραμμένοι, ετέρων δε τα οστά μετά οστράκων ήσαν διεσπαρμένα εσωτερικώς είς τα αναστατωμένα χώματα του τύμβου. Εκ των οστράκων αυτών, ως και εκ των εξωτερικώς του τύμβου απορριφθέντων υπό του αγρότου, συνεπληρώθησαν πολλά αγγεία.
 Πολλά των οστράκων, και μάλιστα των παλαιοτάτων του τύμβου, δεν παρουσιάζουν ίχνη προσφάτου θραύσεως, ούτε κατέστη δυνατή η συμπλήρωσις αυτών πιθανώτατα ανήκουν είς αγγεία των πρώτων ταφών του τύμβου, τα οποία κατεστράφησαν και απεμακρύνθησαν κατά τας μεταγενεστέρας ταφάς. Πιθανώς εκ του αυτού λόγου εξηγείται και η πλήρης απουσία χαλκών ή άλλων πολυτίμων κτερισμάτων, πλην ελαχίστων θραυσμάτων χαλκού.
Τα αμμώδους υφής χώματα του τύμβου εις τινά μέρη εσχημάτιζον λωρίδας εκ μαλακού ευθρύπτου αμμολίθου (βλ. Σχέδ. 1· Πίν. 5 β - δ), είς τα μεταξύ των οποίων κενά έκειντο οι τάφοι, ενώ έτεροι έκειντο επ΄ αυτής ταύτης της επιφανείας του αμμολίθου.
 Εκ των συγκεντρωθέντων οστών, υπολογίζεται ότι ο αριθμός των συνολικώς ενταφιασθέντων εντός του τύμβου, ανήρχετο είς δεκαπέντε περίπου. Εκ των οστών τούτων τινά ανήκουν εις παίδας.
 Παραλλήλως προς την ανασκαφήν του τύμβου, εγένετο έρευνα και της πέριξ αυτού περιοχής, διά διανοίξεως τάφρων μέχρι βάθους 1.60 μ., χωρίς να διαπιστωθή ύπαρξις ετέρου τάφου ή οστράκων. Είς το βάθος τούτο αι τάφροι ήρχιζον να κατακλύζωνται υπό των υδάτων της παρακειμένης λίμνης, ένεκα δε τούτου δεν κατέστη δυνατή η είς μεγαλύτερον βάθος έρευνα.
 Κατά ετέραν έρευναν επιφανειακήν, γενομένην επί των υπερκειμένων του τύμβου λόφων Κλειδιού, οίτινες, ενιαίοι αρχικώς, απεκόπησαν κατά τους νεωτέρους χρόνους δια την διέλευσιν εκείθεν της σιδηροδρομικής γραμμής, επεβεβαιώθη η ύπαρξις τμημάτων κυκλώπειων τειχών, διαπιστωθείσα το πρώτον υπό του Doerpfeld3, και περισυνελέγησαν όστρακα προϊστορικά, ως τα υπ’ αριθ. Π288-Π290 (αριθ. 110-112 του παρόντος καταλόγου)4.




Οι Τάφοι 

Τάφος A
Ούτος ευρέθη εις βάθ. 0,50 μ. από της επιφάνειας του εδάφους, ημικατεστραμμένος εκ της προηγηθείσης λαθρανασκαφής. Εκ του σκελετού του νεκρού, εσώζοντο κατά χώραν ολίγα μόνον οστά εκ των κάτω άκρων αυτού. Κτερίσματα δεν ευρέθησαν, πιθανότατα απομακρυνθέντα υπό του λαθρανασκαφέως.
Τάφος Β
Ούτος ευρέθη εις βάθ. 1.10 μ. επίσης ημικατεστραμμένος. Περιείχε μόνον ολίγα οστά των κάτω άκρων του σκελετού, σωζόμενα κατά χώραν. Παρά τα οστά ευρέθη λεβητοκυάθιον (Σχέδ. 1, 1 άριθ. κατ. 12).
Τάφος Γ
Ούτος, επίσης ημικατεστραμμένος, ευρέθη εις βάθ. 1 μ. περιέχων μόνον ολίγα οστά των κάτω άκρων του σκελετού, σωζόμενα κατά χώραν. Μετ’ αυτών ευρέθησαν αρύταινα και λεβητοκυάθιον (Σχέδ. 1, 2-3, άριθ. κατ. 79 καί 17).
Τάφος Δ
Ομοίως ούτος ευρέθη ημικατεστραμμένος εις βάθ. 0,70 μ., περιέχων μόνον ολίγα οστά των κάτω άκρων του σκελετού κατά χώραν. Μετ΄ αυτών ευρέθησαν ακέραιον λεβητοκυάθιον, ακέραιον αλάβαστρον, πυθμήν λεβητοκυαθίου, πήλινος σφόνδυλος και θραύσματα χαλκής λαβής μαχαιριδίου μετά των ήλων αυτής (Σχέδ. 1, 4-8' άριθ. κατ. 13, 33, 29, 119α, 121).
Τάφος Ε
Ομοίως και ούτος ευρέθη ημικατεστραμμένος εις βάθ. 0,70 μ., μετά πέντε μόνον οστών των άκρων του σκελετού κατά χώραν. Μετ’ αυτών ευρέθησαν θραύσματα διώτου κρατηρίσκου, μόνωτον αγγείον και δύο σφόνδυλοι εκ πηλού (Σχέδ. 1, 9 - 11 άριθ. κατ. 48, 102, 119β καί γ). Ενεκα της αναστατώσεως του τάφου υπό του λαθρανασκαφέως, πολλά τεμάχια του ανωτέρω κρατηρίσκου δεν ευρέθησαν, μολονότι έφερον σαφή τα ίχνη της προσφάτου θραύσεως αυτών, ενώ έτερα θραύσματα του αυτού αγγείου ευρέθησαν παρά τον παρακείμενον τάφον Η.
Τάφος ΣΤ
Ομοίως ημικατεστραμμένος, ευρεθείς είς βάθ. 0,70 μ. μετά πολλών οστών των άκρων του σκελετού και αρυταίνης (Σχέδ. 1, 12 άριθ. κατ. 81), της οποίας η λαβή ευρέθη εις θραύσματα εις μικράν από του τάφου απόστασιν. Ομοίως και ούτος ημικατεστραμμένος, ευρεθείς εις βάθ. 1 μ. Εσώζοντο κατά χώραν μόνον οστά των άκρων του σκελετού. Το μόνον ευρεθέν παρά τα οστά κτέρισμα ήτο σφόνδυλος εκ στεατίτου (Σχέδ . 1, άριθ. κατ. 120). Η παρά τον τάφον αυτόν επί του μαλακού αμμολίθου κατακειμένη κεφαλή νεκρού, ανήκει πιθανώς εις τον σκελετόν του τάφου τούτου, μετατοπισθείσα εκεί υπό του λαθρανασκαφέως.
Τάφος Η
Ομοίως και ούτος ευρέθη ημικατεστραμμένος εις βάθ. 0,70 μ. Εντός αυτού ευρέθησαν κατά χώραν οστά των άκρων του σκελετού, λεβητοκυάθιον και αρύταινα (Σχέδ. 1, μ . is άριθ. κατ. 10 καί 85) (Πίν. 5β). Πρός τούτοις ευρέθησαν πολλά θραύσματα αλαβάστρου (Σχέδ. 1, 16 άριθ. κατ. 38). Τα ανωτέρω αγγεία, διαφόρου εποχής, δεικνύουν ότι και ο τάφος ούτος ανεστατώθη υπό του λαθρανασκαφέως, ως άλλως τε βεβαιοί και η εύρεσις ενταύθα τινών των οστράκων του κρατηρίσκου του τάφου Ε.
Τάφος Θ
Ομοίως και ούτος ημικατεστραμμένος εις βάθ. 0,70 μ. Εηρέθησαν μόνον ολίγα οστά των κάτω άκρων κατά χώραν (Πίν. 5β), ομού μετά πρόχου και θραύσματος κύλικος μετά της ετέρας των λαβών αυτής (Σχέδ. 1, 17 - άριθ. κατ. 6 καί 64). Τα λοιπά θραύσματα της κύλικος περισυνελέγησαν εκ των απορριφθέντων υπό του λαθρανασκαφέως χωμάτων και επέτρεψαν την συγκόλλησιν του αγγείου.
Τάφος I
Ομοίως και ούτος ημικατεστραμμένος, εις βάθος 0,70 μ. Ευρέθησαν κατά χώραν ολίγα οστά των άκρων του σκελετού (Πίν. 5β), ομού μετά διώτου κρατηρίσκου, κυπέλλου τύπου "Βαφειού" και αρυταίνης (Σχέδ. 1, 19-21 άριθ. κατ. 49, 84, 44).
Τάφος ΙΑ
Ημικατεστραμμένος, εις βάθ. 0,70 μ. Ευρέθησαν πολλά οστά του σκελετού κατά χώραν (Πίν. 5β)5, μετά μονώτου μινυείου αγγείου (Σχέδ. 1, 22 άριθ. κατ. 56). Δεν είναι βέβαιον εάν το αγγείον τούτο ανήκη εις τον τάφον τούτον ή μετετοπίσθη είς την θέσιν ταύτην κατά την αναστάτωσιν του τάφου.
Τάφος ΙΒ
Ούτος διαφυγών την καταστροφήν, ευρέθη άθικτος κάτωθεν του στρώματος των τάφων Θ, I, ΙΑ και Η, εις βάθ. 0,95 μ. Ο νεκρός είχε τοποθετηθή εντός λακκοειδούς επιμήκους κοιλότητος, ανοιγείσης εν μέρει εις τον μαλακόν αμμόλιθον και εν μέρει εις την άμμον, κεκαλυμμένης δι΄ αργών πλακών. Ένεκα των σαθρών τοιχωμάτων του λακκοειδούς τάφου, αι πλάκες είχον υποχωρήσει και καταπλακώσει τον σκελετόν, όστις δια τον λόγον αυτόν, ώς και εκ της μεγάλης υγρασίας της περιοχής, εναλλασσομένης προς ξηρασίαν κατά το θέρος, είχε τελείως αποσυντεθή. Εντός του τάφου ευρέθησαν ρυτόν και πρόχους (Σχέδ. 1, 22α-23 άριθ. κατ. 95 καί 8), το πρώτον τεθραυσμένον κατά το ανώτατον αυτού τμήμα και την εκροήν, το δε έτερον είς πολλά τεμάχια.
Τάφος ΙΓ
Ημικατεστραμμένος, είς βάθος 1.20 μ. Ευρέθησαν κατά χώραν ολίγα οστά των άκρων του σκελετού και έτερα αποσυντεθειμένα. Μετ΄ αυτών και παρά τον ημικυκλικού σχήματος μαλακόν αμμόλιθον, ευρέθη ακέραιος αμφορεύς, ανήκων εις τα αρχαιότερα αγγεία του τύμβου (Σχέδ. 1,24 άριθ. κατ. 86).
Τάφος ΙΔ
Ούτος ευρέθη άθικτος εις βάθ. 1.34 μ., κάτωθεν του τάφου ΙΒ (Σχέδ. 1 Πίν. 5γ - δ). Προς εναπόθεσιν του νεκρού, είχεν ανοιχθή επί του μαλακού εξ αμμολίθου στρώματος λάκκος ακανονίστου σχήματος, όστις κατά το μέσον του μήκους αυτού, ήτο ικανώς βαθύτερος, ούτως ώστε η λεκάνη του νεκρού ευρίσκετο εις χαμηλότερον επίπεδον του λοιπού σώματος. Εντός του τάφου ευρέθησαν κύπελλον τύπου "Βαφειού", του αρχαιοτέρου τύπου, δίωτον αγγείον και δύο θραύσματα κεράμων (Σχέδ. 1, 25-27 άριθ. κατ. 42, 87, 109).




Τα κάτωθι τρία αγγεία, ευρεθέντα μεμονωμένα και μη κείμενα κατά χώραν, πιθανώτατα μετετοπίσθησαν υπό του λαθρανασκαφέως κατά την υπ’ αυτού αναστάτωσιν του τύμβου:
1. Ακέραιον λεβητοκυάθιον και αρύταινα εις βάθ. 1 μ. (Σχέδ. 1, 28 -29 αριθ. κατ. 16, 78 ) επί της επιφανείας του δεξιά του σκελετού του τάφου ΙΔ μαλακού αμμολίθου.
2. Λεβητοκυάθιον (Σχέδ. 1, 30 άριθ. κατ. 14) είς βάθ. 0,80 μ. παρά τον τάφον Β και
3. Αλάβαστρον (Σχέδ. 1, 31 άριθ. κατ. 40), είς βάθ. 0,70 μ. μεταξύ των τάφων Γ, Δ, Ζ.
Εκ των ανωτέρω τάφων οι Α, Δ, ΣΤ, Θ, I, ΙΑ, Η και Ε ευρέθησαν εις βάθ. 0,70 μ. Οι τάφοι ΙΒ, Γ και Ζ εις βάθ. μέχρις 1 μ. Ο τάφος Β εις βάθ. 1.10 μ., ο τάφος ΙΓ εις βάθ. 1.20 μ. και ο τάφος ΙΔ εις βάθ. 1.34 μ.
 Εκ των τάφων του ανωτέρου στρώματος, ήτοι μέχρι βάθους 0,70 μ., δύο τουλάχιστον, των τάφων Η και Θ, τα αγγεία ανήκουν εις διαφόρους περιόδους, φαίνεται δε ότι ταύτα προέρχονται εκ διαφόρων τάφων, αναμιχθέντα ενδεχομένως υπό της σκαπάνης του λαθρανασκαφέως. Εκ της συγκρίσεως των ομάδων των αγγείων ενός εκάστου των τάφων του στρώματος τούτου, των μεν πρωίμου, των δε υστέρας μυκηναϊκής εποχής, συνάγεται ότι οι του ανωτέρου στρώματος τάφοι, δεν είναι πάντοτε οι νεώτεροι και ότι αι παλαιότεραι ταφαί εγένοντο εις διάφορα βάθη.
 Τα κτερίσματα των τάφων του αμέσως κατωτέρου στρώματος, μέχρι βάθ. 1 μ., φαίνεται ότι ήσαν κατά χώραν. Μάλιστα ο τάφος ΙΒ, παρέμεινεν εντελώς άθικτος, μετά των καλυπτουσών αυτόν πλακών. Πιθανώς, κατ΄ αναλογίαν προς τον τάφον τούτον, δυνάμεθα να εικάσωμεν ότι και οι έτεροι τάφοι του τύμβου, αν όχι πάντες, εκαλύπτοντο διά πλακών τούτο άλλως τε εικάζεται, ως εν αρχή (σ. 6) ελέχθη, και εκ του πλήθους των πλακών, αι οποίαι ευρέθησαν εν αταξία εσωτερικώς του τύμβου
 Επίσης κατά χώραν φαίνεται ότι παρέμεινε το αγγείον του τάφου ΙΓ, εις βάθ. 1.20 μ., ευρεθέν εσφηνωμένον εις κόγχην του μαλακού αμμολίθου και διαφυγόν την μετατόπισιν υπό του λαθρανασκαφέως. Τέλος, άθικτος ήτο ο κατώτατος εις βάθ. 1.34 μ. τάφος ΙΔ. Εν τούτοις η εξαγωγή βεβαίων συμπερασμάτων εκ της στρωματογραφικής διατάξεως των πλείστων των τάφων, είναι επισφαλής και κατά συνέπειαν άσκοπος πάσα προσπάθεια χρονολογικής συσχετίσεως των αγγείων εκ της θέσεως και του βάθους των τάφων εντός των οποίων ταύτα ευρέθησαν.
Πλην των ανωτέρω κατά χώραν ευρεθέντων αγγείων, τα υπ΄ αριθ. κατ. 83, 31, 23, 3, 32, 98, 80 είναι τα παραδοθέντα υπό του λαθρανασκαφέως εις το Μουσείον Ολυμπίας προ της διενεργείας της συστηματικής ανασκαφής του τύμβου, τα δε λοιπά αγγεία και όστρακα περισυνελέγησαν εκ των αναστατωμένων χωμάτων εσωτερικώς και εξωτερικώς του τύμβου.



 Εκ της παραθέσεως των πολυαρίθμων αγγείων  και οστράκων του τύμβου (που ακολουθεί), προκύπτει ότι ταύτα αντιπροσωπεύουν αδιαλείπτως όλας τας φάσεις εξελίξεως της αγγειοπλαστικής και αγγειογραφίας από της υστέρας μεσοελλαδικής μέχρι και της υστέρας μυκηναϊκής εποχής.
 Εκ των μεσοελλαδικών αγγείων ή οστράκων, αμαυροχρώμου ή εγχαράκτου διακοσμήσεως (άριθ. κατ. 86, 1,2, 113 -117), τινά καταλέγονται μεταξύ των αρίστων δειγμάτων της μεσοελλαδικής κεραμεικής.
 Μεταξύ των αγγείων εξ άλλου της μυκηναϊκής εποχής, χαρακτηριστική είναι η υπεροχή εις ποσότητα εκείνων της παλαιοτέρας περιόδου (YE I - II), αποτελούντων περίπου το ήμισυ του συνόλου των αγγείων του τύμβου, ομοίως δε είς ποιότητα, των πλείστων αρίστης τέχνης, τινών μάλιστα εκ των ωραιοτέρων της περιόδου ταύτης (π.χ. τα υπ΄ αριθ. κατ. 3, 16, 4 κ.ά.)· αντιθέτως, τα αγγεία της υστέρας περιόδου (ΥΕ ΠΙΑ-Β) είναι μέτριας ποιότητος, πολλά δε και παρημελημένης εργασίας.
 Άξιον προσοχής είναι ότι εκ των αγγείων του τύμβου της μυκηναϊκής εποχής, ουδέν δύναται μετά βεβαιότητος να χρονολογηθή εις την υστάτην αυτής φάσιν (ΥΕ ΠΙ Γ), με την έναρξιν της όποιας, ή τό τέλος της προηγουμένης (ΥΕΙΠ Β), περατούται, ως φαίνεται, η ιστορία του τύμβου.
 Η αρίστη ποιότης των αγγείων της μεσοελλαδικής και των παλαιοτέρων φάσεων της μυκηναϊκής εποχής, εξ ων τινα εντοπίας παραγωγής, προδίδει, άγνωστον μέχρι σήμερον, άνθησιν πολιτισμού κατά τας περιόδους ταύτας εις την περιοχήν του Σαμικού, αντίστοιχον προς την άνθησιν της περιοχής της Πυλίας, καταδειχθείσαν διά των αυτόθι ελληνοαμερικανικών ανασκαφών κατά τας τελευταίας δεκαετίας.
 Τέλος, η ύπαρξις εντός του τύμβου, ομού μετά των αγγείων μεσοελλαδικής εποχής, ικανού αριθμού ετέρων ανηκόντων εις την μετάβασιν από της μεσοελλαδικής εις την υστεροελλαδικήν εποχήν (άριθ. κατ. 3, 10, 11,42, 57, 78, 87, 93, 97) προς δε ετέρων μυκηναϊκών αποτελούντων σαφή επιβίωσιν ή εξέλιξιν μεσοελλαδικών τύπων (άριθ. κατ. 12, 15, 27, 30, 45, 56, 88, 99), δύναται να θεωρηθή ως συμβολή είς την κατά τα τελευταία έτη τονιζομένην στενήν σχέσιν των δύο πολιτισμών και των φορέων των, ως και την οργανικήν μετάβασιν από του μεσοελλαδικού είς τον μυκηναϊκόν6.
 Αύτη εξ άλλου η κατασκευή του τύμβου, διά της όποιας βεβαιούται ότι το έθιμον ενταφιασμού είς τύμβους περικλειομένους υπό περιβόλων, σύνηθες κατά την πρωτοελλαδικήν και την μεσοελλαδικήν εποχήν, δεν είχεν εγκαταλειφθή ούτε λησμονηθή κατά την μυκηναϊκήν εποχήν, ενισχύει έτι μάλλον την ανωτέρω άποψιν.
 Ανάλογα προς τον τύμβον τούτον είναι ίσως και έτερα ταφικά συγκροτήματα, ως του περιβόλου Β των Μυκηνών και του περιβόλου Α, επίσης δε πιθανώτατα και των τύμβων του Πέλοπος και του της Ιπποδάμειας είς Ολυμπίαν7, του Νεοπτολέμου είς Δελφούς8, του Αιακείου της Αιγίνης9, του τάφου του Οφέλτου και του πατρός αυτού Λυκούργου είς Νεμέαν10, του Αιπύτου είς Αρκαδίαν11, του τεμένους του Θησέως είς Πειραιά12.
 Ο νεκρός του βαθύτερον όλων κειμένου τάφου ΙΔ, ανήκοντος είς την μετάβασιν από της μεσοελλαδικής είς την μυκηναϊκήν εποχήν, ανήκεν ασφαλώς, ομού μετά των μετ΄ αυτόν εν συνεχεία ενταφιασθέντων, είς επιφανή μυκηναϊκήν οικογένειαν ή δυναστείαν, ως συνάγεται εκ των αρίστης ποιότητος και μεγάλου αριθμού αγγείων της παλαιοτέρας μυκηναϊκής περιόδου.
 Μετά ποιων επιφανών ή ποιου επιφανούς νεκρού ήτο γενικώτερον συνδεδεμένος κατά την αρχαιότητα ο τύμβος του Σαμικού, μας πληροφορούν αι αρχαίαι πηγαί.




Ο Τάφος του Ιαρδάνου

 Εις την περιγραφήν του Σαμικού ο Παυσανίας (V 5, 7) πληροφορεί: «αναστρέψαντι δε αύθις επί το Σαμικόν καί διοδεύοντι τό χωρίον, Άνιγρος ποταμός εκδίδωσιν είς θάλασσαν ... ο δε Άνιγρος ούτος εξ Αρκαδικού μέν κάτεισιν όρους Λαπίθου».
 Ο ποταμός ούτος περιέχων «ύδωρ ούκ ευώδες, αλλά καί δύσοσμον δεινώς» (έ.ά. 8) δέχεται χαμηλότερον τα ύδατα και άλλου ποταμού του Ακίδαντος, του οποίου το αρχαιότερον όνομα ήτο Ιάρδανος, ως επληροφόρησε τον Παυσανίαν (V 5, 9) «ανήρ Εφέσιος»13.
 Συνεχίζων την επίσκεψίν του ο Παυσανίας γράφει (V 5, 11) ότι «ούκ άπωθεν του ποταμού (Ανίγρου)» και «έν τώ Σαμικώ» υπάρχει σπήλαιον «καλούμενον Ανιγρίδων Νυμφών» και ότι εντός αυτού ετελούντο θεραπείαι εν συνδυασμώ προς λουτρόν εντός του παραρρέοντος Ανίγρου, προσθέτει δε «... ός δ’ άν έχων αλφόν ή λεύκην εις αυτό (τό σπήλαιον) εισέλθη, πρώτα μέν ταίς νύμφαις εύξασθαι καθέστηκεν αυτώ καί υποσχέσθαι θυσίαν οποίαν δή τινα, μετά δέ απομήσχει τά νοσούντα του σώματος. διανηξάμενος δέ τόν ποταμόν όνειδος μέν εκείνο κατέλιπεν τώ ύδατι αυτού, ό δέ υγιής τε άνεισι καί ομόχρως» (Παυσ. V 5, 11).
 Μετά την διέλευσιν του Ανίγρου και είς την προς Σαμικόν κατεύθυνσιν, συνεχίζων ο Παυσανίας (V 6, 1) την περιγραφήν του λέγει: «έστιν ού μετά πολύ εν δεξιά της οδού χωρίον τε υψηλόν και πόλις Σαμία έπ΄ αυτού». Την Σαμίαν πόλιν ταυτίζει ο Παυσανίας (έ.ά) πρός την αρχαίαν Αρήνην, τον δε Άνιγρον προς τον ποταμόν Μινύηιον, επικαλούμενος το χωρίον της Ιλιάδος Λ 723, όπου αναφέρονται ομού η Αρήνη και ο Μινύηιος και προσθέτει (V 6, 3) «τα δε ερείπια ταύτα (της Αρήνης) πλησιαίτατά έστι του Ανίγρου».
 Τα ανωτέρω επιβεβαιών ο Στράβων (Η 347) ομιλεί και διά το παρά το άντρον των Ανιγρίδων Νυμφών κείμενον έτερον άντρον των Ατλαντίδων «έν ω τά περί τάς Ατλαντίδας καί τήν Δαρδάνου γένεσιν»14 και ταυτίζει το Σαμικόν προς την ακρόπολιν της Αρήνης15, αναφερόμενος δε είς το αυτό ως άνω χωρίον της Ιλιάδος λέγει «ουδαμού γάρ σαφώς ευρίσκοντες ενταύθα μάλιστα εικάζουσι τήν Αρήνην, όπου καί ό παρακείμενος Άνιγρος ποταμός, καλούμενος πρότερον Μινύειος, δίδωσιν ου μικρόν σημείον» (Η 346, 19).
 Δικαιολογημένος όθεν οι πλείστοι των ερευνητών ταυτίζουν την Σαμίαν ή Σαμικόν τόσον προς την Αρήνην, όσον και προς την Μάκιστον, διότι και αι τρεις ονομασίαι πράγματι φαίνεται να αφορούν είς το αυτό πόλισμα16. Σαφέστερον όλων διετύπωσε την άποψιν ταύτην ο Ε. Curtius17, ο οποίος γράφει :  Das alteste Samos war eine Ansiedlung der Epeer, welche man als Autochthonen betrachtete... Die Pylier darauf griindeten ebendaselbst Arene,........, die Minyer bauten ihr Makistos.... bis zuletzt unter elischer Herrschaft die Slteste Ortsname in der Form von Samikon oder Sarnia wiederauftauchte”.
 Την διαδοχικήν ταύτην υπό των ανωτέρω φύλλων κατοχήν του Σαμικού, υπαινίσσονται πιθανώς και τα αγγεία του τύμβου, τα οποία ανήκουν, ως εδείχθη, είς τρεις τουλάχιστον περιόδους, την μεσοελλαδικήν και την μυκηναϊκήν, παλαιοτέραν και νεωτέραν. Τα δύο σπήλαια των Ανιγρίδων Νυμφών και των Ατλαντίδων έχουν από μακρού ορθώς ταυτισθή προς τα δύο σπήλαια νοτίως του Σαμικού και είς την βορείαν πλευράν της λίμνης του Καϊάφα, κάτωθεν των αποτόμων βραχωδών απολήξεων του όρους Λαπίθου. Εντός των σπηλαίων τούτων, αναβλύζουν και σήμερον τα θειούχα ύδατα των πηγών των, προσελκύοντα κατ΄ έτος χιλιάδας επισκεπτών προς ίασιν18.
 Ερείπια αρχαίου περιβόλου διεπίστωσεν ο Παπανδρέου είς το προ των δύο σπηλαίων τμήμα της σημερινής λίμνης Καϊάφα, επίσης δε ίχνη αγούσης προς αυτά αρχαίας ατραπού επί των παρά τα δύο σπήλαια προπόδων των αποτόμων απολήξεων του Λαπίθου19. Τα ύδατα των πηγών των άντρων τούτων, λέγει ο Στράβων (Η 346), παραλαμβάνει ο Άνιγρος, ο οποίος διασχίζων «βαθύς» και «ύπτιος» την πρός το Σαμικόν εκτεινομένην χαμηλήν πεδιάδα, ανεκόπτετο πολλάκις υπό των προσχώσεων της από της θαλάσσης συσσωρευομένης κατά μήκος της ακτής άμμου και εσχημάτιζεν έλη20. 


 Αί προσχώσεις αύται, κατέστησαν είς μήκος πολλών χιλιομέτρων κατά τον Μεσαίωνα και έκτοτε μέχρι σήμερον μόνιμοι, καλυπτόμενοι υπό πευκώνων και είναι τόσον ογκώδεις21, ώστε φράσσουν τελείως την προς την θάλασσαν έξοδον του ποταμού, ο οποίος πλέον τροφοδοτεί την ούτω ύπ΄ αυτού σχηματισθείσαν λίμνην του Καϊάφα. Αι αυταί προσχώσεις προεκάλεσαν κατά την αυτήν εποχήν την δημιουργίαν και της λίμνης του Σαμικού, η όποια κατέκλυσε την αυτόθι αρχαίαν πόλιν.
 Ο ποταμός Άνιγρος είναι ασφαλώς ο σήμερον ονομαζόμενος «Μαυροπόταμο», ο οποίος εκβάλλει είς την λίμνην του Καϊάφα22. Κατά την αρχαιότητα διέσχιζεν ασφαλώς την λωρίδα, την οποίαν τώρα καταλαμβάνει η ομώνυμος λίμνη και εξέβαλλε ΝΔ. και έναντι του Σαμικού.
 Συνεχίζων την περιγραφήν του Σαμικού ο Στράβων (Η 347, 20) λέγει: «μεταξύ δε του Ανίγρου καί του όρους, έξ ού ρεί, ό του Ιαρδάνου λειμών δείκνυται και τάφος· και Αχαιαί εισί δέ πέτραι απότομοι του αυτού όρους υπέρ ών η Σάμος, ώς έφαμεν γέγονε πόλις». Δοθέντος όθεν ότι ο Άνιγρος πηγάζει έκ του υπερκειμένου του Καϊάφα όρους Λαπίθου23 η θέσις του λειμώνος και του τάφου του Ιαρδάνου δέον όπως αναζητηθή πέραν των ανωτέρω αρχαίων σπηλαίων κατά την ΒΔ. προέκτασιν του αρχαίου ρού του Ανίγρου προς την θάλασσαν και μάλιστα προς το μέρος του Σαμικού «μεταξύ του Ανίγρου και του όρους»24. Αί αναφερόμεναι μετ΄ αυτών είς το ανωτέρω χωρίον του Στράβωνος «Αχαιαί πέτραι» υπεράνω των οποίων («υπέρ ών») έκειτο η ακρόπολις του Σαμικού, δεν είναι δυνατόν να είναι άλλαι από τους αποτόμους λόφους του Κλειδιού, αρχικώς αποτελούντων ενιαίον λόφον και διαχωρισθέντων κατά τους νεωτέρους χρόνους, επί της κορυφής και πέριξ των οποίων ευρέθησαν αξιόλογα ερείπια και όστρακα προϊστορικών χρόνων25. Τον λόφον Κλειδί εννοεί άνευ αμφιβολίας ο Στράβων (Η 347, 20), όταν ολίγον περαιτέρω ομιλή περί του «υψηλού λόφου», ο οποίος «υπέρκειται» του προς την θάλασσαν κειμένου Ποσειδίου άλσους και εμποδίζει την εκ της θαλάσσης θέαν του Σαμικού «ών επίπροσθεν αυτού», μολονότι δεν συσχετίζει τούτον προς τας Αχαιάς πέτρας26. Δέν φαίνεται όθεν ορθή η μέχρι τούδε προτεινομένη τοποθέτησις των «Αχαιών πετρών» είς τους ΝΑ. του Κλειδιού και άνωθεν του σπηλαίου των Ανιγρίδων Νυμφών αποτόμους βράχους27.

 Τα ανωτέρω συμπεράσματα επιβεβαιούν και την υπό του «Εφεσίου ανδρός» (Παυσ. V 5, 9) ταύτισιν του Ακίδαντος προς τον Ιάρδανον28, επειδή ούτω ο τελευταίος τοποθετείται παρά το Σαμικόν και επομένως πλησίον του «λειμώνος» και του «τάφου» του ομωνύμου ήρωος29.
 Εκ των ανωτέρω εκτεθέντων, προκύπτει ότι ο λειμών και ο τάφος του Ιαρδάνου, ανάλογοι προς ιερά άλση και τάφους άλλων ηρώων, τούς οποίους έδειξαν είς τον Στράβωνα οι εντόπιοι εξηγηταί, πρέπει να έκειντο μεταξύ του όρους Λαπίθου και του Ανίγρου ποταμού, δυτικώς της ακροπόλεως του Σαμικού και μεταξύ αυτής και της παρακειμένης παραλίας. Η θέσις αύτη αντιστοιχεί πλήρως προς εκείνην όπου ευρίσκεται ο ως άνω αποκαλυφθείς μυκηναϊκός τύμβος, κείμενος μεταξύ της ακροπόλεως και της θαλάσσης, είς τους πρόποδας του δυτικού βραχώδους λοφίσκου του Κλειδιού, τον οποίον ομού μετά του ανατολικού εταυτίσαμεν προς τας «Αχαιάς πέτρας».
 Είναι κατά συνέπειαν εύλογον να συμπεράνωμεν ότι ο τύμβος ούτος είναι ο υποδειχθείς είς τον Στράβωνα και ότι ούτος εταυτίζετο κατά την εποχήν του συγγραφέως προς τον τάφον του τοπικού ήρωος Ιαρδάνου, του οποίου μάλιστα η μορφή ήτο, ως φαίνεται, αρκετά ασαφής και σκοτεινή εις την γενεάν, τόσον του Στράβωνος, όσον και του Παυσανίου. Η ταύτισις αύτη είναι τοσούτω μάλλον πιθανωτέρα, καθ΄ όσον αί γενόμεναι έρευναι είς την περιοχήν δεν απεκάλυψαν άλλους μνημειώδεις τάφους. 

 Το μνημείον θα πρέπη να εσώζετο καλώς μετά της υψηλής μαστοειδούς προεξοχής του, όταν επεσκέφθη την περιοχήν ο Στράβων, τούτο δε μαρτυρεί το καλώς μέχρι προ ολίγου σωζόμενον κρηπίδωμα του κυκλικού περιβόλου του. Η άμμος του τύμβου θα κατωλίσθησε μόνον μετά την δημιουργίαν της ετέρας παρά το Σαμικόν λίμνης. Τα ύδατα αυτής ευρισκόμενα εις απόστασιν 40 μ. από του τύμβου, καλύπτοντα ενίοτε και σήμερον αυτόν κατά τον χειμώνα, παρέσυρον βαθμιαίως την άμμον του τύμβου, ένεκα δε τούτου οι τάφοι αυτού ευρέθησαν είς βάθος μόλις 0,20 - 0,30 μ. από της σημερινής επιφανείας.
 Ο τύμβος του Σαμικού βεβαίως δεν περιείχεν, ως είδομεν, ένα νεκρόν, άλλα δεκαπέντε περίπου, δεν ανήκε κατά συνέπειαν είς εν μόνον άτομον. Οι νεκροί ούτοι Μυκηναίοι άπαντες, εκ των ΜΕ τάφων ουδείς εσώθη, ως είδομεν, ανήκον πιθανώτατα είς τρεις οικογένειας, ο πρώτος δε ενταφιασθείς, ο του τάφου ΙΔ, ήτο προφανώς ο γενάρχης της παλαιοτέρας οικογένειας. Το γεγονός άφ΄ ετέρου ότι εντός του τύμβου ουδέν ίχνος μεταγενεστέρας χρησιμοποιήσεως αυτού ευρέθη, γεωμετρικής ή έτι νεωτέρας εποχής, αποκλείει το ενδεχόμενον λατρείας είς αυτόν αφηρωϊσμένου νεκρού κατά τας επομένας περιόδους.
 Η ταύτισις όθεν του τύμβου προς τον τάφον του Ιαρδάνου, φαίνεται να είναι πολύ μεταγενεστέρα, ίσως υστέρων Ελληνιστικών χρόνων επινόησις, όταν με την ζωηράν ανάπτυξιν του ενδιαφέροντος διά την ιστορίαν, αι ελληνικαί πόλεις επεδίδοντο συστηματικώς είς την αναδίφησιν των γενεαλογικών των δένδρων και ανασύρουσαι εκ των αρχαίων αυτών παραδόσεων μυθικάς μορφάς, τας περιέβαλλον με νέαν αίγλην και τας συνεσχέτιζον, αυθαιρέτως πολλάκις, προς πανάρχαια σωζόμενα σεβαστά μνημεία αυτών.

 Εις τον κατωτέρω κατάλογον, παρατίθενται άπαντα τα ευρήματα του τύμβου, τόσον τα προερχόμενα εκ των δεκατεσσάρων τάφων αυτού, όσον και τα ακέραια ή συγκολληθέντα, προερχόμενα εκ των αναστατωμένων χωμάτων ή παραδοθέντα υπό του λαθρανασκαφέως.

Κατάλογος των Αγγείων

1. Πρόχους μετά ραμφοειδούς λοξοτμήτου στομίου. Αριθ. ευρ. Π 67 (Πίν. 6γ). Ύψ. 0,21 μ. Συγκεκολλημένη εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής κατά το άκρον της προχοής, καθ’ όλην σχεδόν την λαβήν, καθώς και πολλά τμήματα της κοιλίας. Συμπεπληρωμένη διά γύψου. Πηλός ερυθρόφαιος, ακάθαρτος μετά μαρμαρυγίου. Λαβή ταινιοειδής. Κοιλία κατά το άνω μέρος ημισφαιρική, κατά το κάτω κωνική. Επί της επιφανείας ίχνη υπεροπτήσεως. Εκ της αυτής αιτίας η διακόσμησις εσβεσμένη, ελαχίστων υπολειμμάτων αυτής διατηρουμένων. Χρονολόγησις : ΜΕ.
2. Ανώτατον τμήμα πρόχον μετά λοξοτμήτον στομίου. Αριθ. ευρ. Π 278 (Πίν. 6β). Μέγ. σωζ. υψ. 0,125 μ. Περιλαμβάνει την λαβήν μετά τμήματος του λαιμού και του στομίου, ως και μικρού τμήματος των ώμων. Το τεμάχιον συγκεκολλημένον έξ εξ θραυσμάτων. Πηλός ερυθρός. Χρονολόγησις : ΜΕ.
3. Πρόχους μετά ραμφοειδούς σχεδόν κατακορύφως τετμημένου στομίου. αριθ. εύρ. Π 49 (Πίν. 6α και παρένθ. Πίν. A). Παρεδόθη προ της ανασκαφής του τύμβου. Ύψ. 0,205 μ. Συγκεκολλημένη εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής είς τμήμα της βάσεως και της προχοής. Συμπεπληρωμένη διά γύψου. Αποκεκρουμένη εις τινα τμήματα. Πηλός ωχροκίτρινος. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Λαβή ταινιοειδής. Κοιλία σφαιρική. Η διακόσμησις δια καστανού και σκοτεινού πορτοκαλόχρου χρώματος. Επί του ανωτέρου τμήματος της κοιλίας, δύο εσχηματοποιημένα πτηνά, εζωγραφημένα πορτοκαλόχροα μετά περιγραμμάτων και λεπτομερειών καστανών. Κάτωθεν αυτών, ταινία πορτοκαλόχρους, οριζομένη άνωθεν και κάτωθεν υπό δύο λεπτοτέρων καστανών ταινιών. Το χείλος της προχοής καλύπτεται εσωτερικώς και εξωτερικώς διά ταινίας καστανού χρώματος. Περί το μέσον της προχοής ταινία πορτοκαλόχρους, οριζομένη άνωθεν και κάτωθεν υπό δύο λεπτοτέρων καστανών ταινιών. Καστανή ταινία επί του παρά το στόμιον άκρου της λαβής, ετέρα δε παχεία ταινία και των δύο αποχρώσεων παρά την βάσιν του λαιμού. Χρονολόγησις : ΜΕ - YE 1. Πρβλ. αγγεία όμοιου σχήματος και διακοσμήσεως αριθ, 946 - 947 τάφου VI του περιβόλου A των Μυκηνών (Πίν. 6δ): Karo, Schachtgraber, σ. 164, εικ. 80-81 και σ. 303, είκ. 124 - 125. Περί της κρητικής προελεύσεως της πρόχου βλ. Furumark, Myc. Pottery, σ. 84.




4. Πρόχους μετά ραμφοειδούς λοξοτμήτου στομίου. Αριθ. ευρ. Π 12 (Πίν. 7α-γ)  Ύψ. 0,31. Συγκεκολλημένη εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής κατά το μέγιστον του στομίου μετά της προχόης, το ήμισυ περίπου του λαιμού και της λαβής, πολλά τμήματα των ώμων και της κοιλίας και μικρόν τμήμα της βάσεως. Πηλός ωχροκίτρινος. Επίχρισμα υποκίτρινον. Η ράχις της λαβής φέρει κατά μήκος εν τω μέσω έξαρσιν και εκατέρωθεν της εξάρσεως αύλακα. Η μετάβασις από του λαιμού είς τούς ώμους δηλούται διά δακτυλιοειδούς εξάρσεως. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου ή ερυθροφαίου χρώματος ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Επί του σωζομένου τμήματος του λαιμού, φυτικόν κόσμημα κακώς διατηρούμενον και περί την βάσιν αυτού, σειρά μικρών δίσκων οριζομένων άνωθεν και κάτωθεν υπό γραμμής. Επί των ώμων δύο παράλληλοι σειραί εκ φύλλων, κάτωθεν εκάστης των οποίων, ετέρα σειρά εκ μικρών καρδιοσχήμων κοσμημάτων. Αι δύο σειραί εκ φύλλων χωρίζονται διά σειράς εκ μικρών δισκοειδών κοσμημάτων. Επί της πρόσθιας όψεως της κοιλίας, τμήμα μεγάλου φυλλοειδούς κοσμήματος και υπολείμματα ετέρου, δεξιά αυτού. Αριστερά του πρώτου κοσμήματος, υπολείμματα ρόδακος, έτερος δέ ρόδαξ κάτωθεν της λαβής. Διά του αυτού ως άνω χρώματος, καλύπτονται το σωζόμενον τμήμα του στομίου μετά μέρους του λαιμού εσωτερικώς και εξωτερικώς και το παρά την βάσιν τμήμα της κοιλίας. Χρονολόγησις : YE I - II. Διά το κόσμημα εκ σειράς φύλλων και τελειών βλ. Furumark, έ.ά. σ. 396, εικ. 69, αριθ. 64, σχέδ. 7. Διά την κρητικήν προέλευσιν των κοσμημάτων του αγγείου βλ. Evans, Palace of Minos, τόμ. IV, εικ. 145, 165, 214, 216- 17, 220, 224, 233, 240, 243 και Evans, Prehistoric Tombs, σ. 122, εικ. 116. Furumark, έ.ά.
5. Πρόχους μετά ραμφοειδούς λοξοτμήτου στομίου. Αριθ. ευρ. Π 22 (Πίν. 8β). Ύψ. (αγγείου συμπεπληρωμένου) 0,218 μ. Συγκεκολλημένη εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής κατά την προχοήν, το μέγιστον της λαβής, πλείστα τμήματα της κοιλίας και όλην την βάσιν. Πηλός ωχροκίτρινος. Επίχρισμα υποκίτρινον. Λαβή σχεδόν ταινιοειδής. Η μετάβασις από του λαιμού εις τούς ώμους δηλούται διά δακτυλιοειδούς εξάρσεως. Κοιλία πεπιεσμένη ωοειδής - κωνική. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου ή ερυθρού χρώματος, ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Διά του χρώματος τούτου καλύπτεται το σφζόμενον τμήμα των χειλέων εσωτερικώς και εξωτερικώς. Επί της ράχεως του σωζομένου τμήματος της λαβής, δύο κατά μήκος ταινίαι. Παρά την βάσιν του λαιμού διπλή παχεία ταινία. Κατά την μεγίστην διάμετρον της κοιλίας, μη σφζομένην καλώς, ζώνη εκ δύο παχειών ταινιών, μεταξύ των οποίων τρεις επάλληλοι γραμμαί. Χρονολόγησις : ΥΕΙΙ— ΠΙ.
6. Πρόχους μετά λοξοτμήτου ραμφοειδούς στομίου. Αριθ. ευρ. Π 48 (Πίν. 8α). Εκ τάφου Θ (Σχέδ. 1, (7). Ύψ. 0,21 μ. Συγκεκολλημένη εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής εις τμήματα της κοιλίας. Συμπεπληρωμένη διά γύψου. Πηλός υποκίτρινος. Επιχρισματού αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Λαβή ταινιοειδής. Ο λαιμός διακρίνεται της κοιλίας δι΄ ελαφράς δακτυλιοειδούς εξάρσεως. Κοιλία πεπιεσμένη ωοειδής. Η διακόσμησις, εν μέρει εξίτηλος, διά καστανερύθρου ή καστανοφαίου χρώματος, ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Σειρά ταινιών περιβάλλει το αγγείον κατά διαστήματα από του λαιμού μέχρι της βάσεως. Επί της ράχεως της λαβής παχείαι, λοξαί ταινίαι. Χρονολόγησις:YE IIIΑ.
7. Πρόχονς μετά ραμφοειδούς λοξοτμήτου στομίου. Αριθ. ευρ. Π 14 (Πίν. 8 γ). Ύψ. 0,305 μ. Συγκεκολλημένη εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής εις μέγα τμήμα του στομίου και της προχοής, του λαιμού και της λαβής και εις τμήματα της κοιλίας. Συμπεπληρωμένη διά γύψου. Συμπλήρωσις λαβής και στομίου εσφαλμένη. Πηλός ωχροκίτρινος. Λαβή ταινιοειδής μετά ελαφρός εξάρσεως κατά το μήκος και εν τω μέσω της ράχεως αυτής. Κοιλία πεπιεσμένη σφαιρική - κωνική. Η μετάβασις από του λαιμού εις τούς ώμους δηλούται διά δακτυλιοειδούς έξάρσεως.Η διακόσμησις διά καστανομέλανος χρώματος. Επί του λαιμού επάλληλοι ταινίαι, παρά δε την βάσιν αυτού ετέρα, παχύτερα. Επί των ώμων, ευρεία ζώνη εξ ομάδων ομοκέντρων ανεστραμμένων τόξων, εις επαλλήλους σειράς. Αμέσως κάτωθεν της ζώνης ταύτης, επί της κοιλίας, ετέρα ευρεία ζώνη εκ διπλής σειράς τρεχούσης σπείρας, οριζομένη άνωθεν και κάτωθεν υπό παχείας ταινίας. Κάτωθεν της κατωτέρας ταινίας, έτεραι δύο λεπτότεροι. Επί του κατωτέρου τμήματος της κοιλίας, τριπλή ταινία. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται το άκρον της προχοής εξωτερικώς και η βάσις. Χρονολόγησις : YE III Α. Βλ. Furumark, έ.ά. 345, εικ. 58, αριθ. 44 σχέδ. 2 και σ. 357, εικ. 60, αριθ. 46 σχέδ. 59 (διά το κόσμημα).
8. Πρόχους μετά ραμφοειδούς λοξοτμήτου στομίου. Αριθ. ευρ. Π 38 (Πίν. 8 δ). Εκ τάφου ΙΒ (Σχέδ. 1, η). Υψ. 0,20 μ. Συγκεκολλημένη εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής εις τμήματα του στομίου, του λαιμού και της κοιλίας. Συμπεπληρωμένη διά γύψου. Πηλός ώχροκίτρινος. Επίχρισμα υποκίτρινον. Λαβή δακτυλιοειδής. Κοιλία ωοειδής. Εκ της διακοσμήσεως σώζονται υπολείμματα καστανομελαίνων ταινιών επί του λαιμού, της λαβής και της κοιλίας, κατά την μεγίστην αυτής διάμετρον και παρά τιν βάσιν. Χρονολόγησις : YE III Α.
9. Πρόχους. Αριθ. ευρ. Π 9 (Πίν. 8ε). Ύψος 0,317 μ. Συγκεκολλημένη εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής εις τμήμα της λαβής και τμήματα της κοιλίας. Συμπεπληρωμένη διά γύψου. Πηλός ερυθρός. Λαβή ταινιοειδής, ελαφρώς κυρτή, φέρουσα επί της ράχεως πλατείαν αβαθή αύλακα. Κοιλία σφαιρική. Η μετάβασις από του λαιμού προς τους ώμους δηλούται διά στενής αύλακος. Άνευ διακοσμήσεως. Χρονολόγησις: YE III Α(;).




10. Λεβητοκυάθιον. Αριθ. ευρ. Π 71 (Πίν. 9α). Εκ των αναστατωμένων χωμάτων τάφου Η ( Σχέδ. 1, u) Ύψ. άνευ λαβής 0,069 μ., μετά λαβής 0,73 μ., διαμ. στομίου 0,051 μ. Ακέραιον. Πηλός ερυθρός. Λαβή ταινιοειδής, πλατεία, υπερυψωμένη. Κοιλία σφαιρική πεπιεσμένη - κωνική. Χειροποίητον. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου και υπολεύκου χρώματος. Διά ταινίας των χρωμάτων τούτων καλύπτεται η άνω επιφάνεια των χειλέων, η βάσις του λαιμού και η κοιλία, κατά την μεγίστην αυτής διάμετρον. Επί της ράχεως της λαβής, επάλληλοι οριζόντιοι γραμμαί των αυτών χρωμάτων. Επί των ώμων διακόσμησις διά καστανοφαίου μόνον χρώματος, αποτελουμένη εκ τεσσάρων αστεροειδών κοσμημάτων και δύο ομάδων στιγμών, τριγωνικώς της μιας και εν τετραγώνω της ετέρας διατεταγμένων. Χρονολόγησις: ME - YE I.
11. Λεβητοκνάθιον. Αριθ. ευρ. Π 44 (Πίν. 9γ). Ύψ. 0,09 μ., διάμ. στομίου 0,073 μ. Συγκεκολλημένον εκ τριών τεμαχίων. Ελλιπές είς τμήμα των χειλέων και της κοιλίας. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Αποκεκρουμένον είς τμήματα των χειλέων και της κοιλίας. Πηλός ερυθρός, χονδρόκοκκος, ακάθαρτος. Επίχρισμα, είς τινα τμήματα μόνον σωζόμενον, υπόλευκον. Χειροποίητον. Λαβή ταινιοειδής. Κοιλία ακανόνιστος πεπιεσμένη ωοειδής. Άνευ βάσεως. Εκ της διακοσμήσεως ελάχιστα ίχνη ταινιών φαιού χρώματος. Χρονολόγησις: ΜΕ - YE I.
12. Λεβητοκυάθιον. Αριθ. ευρ. Π 45 (Πίν. 9β). Εκ τάφου Β (Σχέδ. 1, ι). Υψ. 0,06 μ., διάμ. στομίου 0,038 μ. Ελλιπές κατά το μέγιστον τμήμα των χειλέων και της λαβής και μικρόν τμήμα της κοιλίας. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Απεκεκρουμένον κατά τμήματα της κοιλίας. Η συμπλήρωσις της λαβής εσφαλμένη. Κοιλία ακανόνιστος ωοειδής πεπιεσμένη. Πηλός ερυθρωπός. Χρονολόγησις: YE I. Επιβίωσις ΜΕ τύπου.
13. Λεβητοκυάθιον. Αριθ. ευρ. Π 15 (Πίν. 9δ). Εκ τού τάφου Δ (Σχέδ. 1, 4). Ύψ. 0,07 μ., διάμ. στομίου 0,05 μ. Ακέραιον. Λίαν αποκεκρουμένον κατά την κοιλίαν και τα χείλη, ως και τμήμα της βάσεως της λαβής. Πηλός ερυθρωπός. Επίχρισμα φαιόν. Λαβή ταινιοειδής, φέρουσα κατά μήκος και εν τω μέσω της ράχεως αυτής αύλακα. Κοιλία σφαιρική πεπιεσμένη. Χρονολόγησις: YE I. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 41, εικ. 11, τύπος 87.
14. Λεβητοκυάθιον. Αριθ. ευρ. Π 40 (Πίν. 9ε). Πλησίον του τάφου Β (Σχέδ. 1,30) Υψ. άνευ λαβής 0,066 μ., μετά λαβής 0,069 μ., διάμ. στομίου 0,036 μ. Ισχυρώς αποκεκρουμένον κατά την κοιλίαν και την λαβήν, συγκεκολλημένην εκ δύο τεμαχίων. Πηλός χονδρός, ακάθαρτος, ερυθρού χρώματος. Λαβή ταινιοειδής. Κοιλία ωοειδής πεπιεσμένη. Χρονολόγησις : YE I.
15. Λεβητοκυάθιον. Αριθ. ευρ. Π 58 (Πίν. 9ς'). Ύψ. 0,085 μ., διάμ. στομίου συμπεπληρωμένου 0,049 μ. Συγκεκολλημένον εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές κατά το μέγιστον τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων και είς τμήματα της κοιλίας. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός ωχροκίτρινος. Λαβή ταινιοειδής. Κοιλία σφαιρική πεπιεσμένη κωνική. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου ή καστανερύθρου χρώματος, ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Επί των ώμων, δύο κοσμήματα του τύπου «ρακέττας» και μεταξύ αυτών δύο φλογόσχημα παραπληρωματικά, εντός των οποίων τρεις στιγμαί τριγωνικώς διατεταγμέναι. Κάτωθεν της κυρίας διακοσμήσεως, διπλή ταινία. Επί της ράχεως της λαβής δύο λοξαί παχείαι γραμμαί. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτεται το σωζόμενον τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων εσωτερικώς και εξωτερικώς και το παρά την βάσιν τμήμα της κοιλίας. Χρονολόγησις: YE I. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 41, εικ. 11, τύπος 87. Περί της προελεύσεως του σχήματος του αγγείου εκ της ΜΕ εποχής βλ. Furumark, έ.ά. σ. 89, τύπος 87.



16. Λεβητοκυάθιον. Αριθ. ευρ. Π 68 (Πίν. 10α). Πλησίον του τάφου ΙΔ (Σχέδ. 1,28) Ύψ. 0,075 μ., διάμ. στομίου 0,057 μ. Ακέραιον. Πηλός ωχροκίτρινος. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Λαβή ταινιοειδής. Κοιλία σφαιρική πεπιεσμένη - κωνική. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου ή ερυθρού χρώματος, ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Επί των ώμων τρία κοσμήματα του τύπου «ρακέττας», εκφυόμενα εκ της ανωτέρας των δύο ταινιών, αι οποίαι περιβάλλουν το μέσον της κοιλίας. Τα μεταξύ των «ρακεττών» διαστήματα πληρούν τέσσαρα γλωσσοειδή κοσμήματα, έχοντα κάτωθεν αυτών ανά μίαν στιγμήν. Επί της ράχεως της λαβής δύο λοξαί παχείαι γραμμαί. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται εσωτερικώς και εξωτερικώς ο λαιμός μετά των χειλέων και το παρά την βάσιν τμήμα της κοιλίας μετά μέρους της βάσεως. Χρονολόγησις : YE I. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 41, είκ. 11, τύπος 87.
17. Λεβητοκυάθιον. Άριθ. εύρ. Π 83 (Πίν. 10 β). Έκ τάφου Γ (Σχέδ. 1,3). Ύψ. 0,087 μ., διάμ. στομίου 0,053 μ. Συγκεκολλημένον μόνον κατά την λαβήν. Πηλός ώχροκίτρινος. Επίχρισμα φωτεινοτέρας άποχρώσεως. Λαβή ταινιοειδής. Κοιλία σφαιρική πεπιεσμένη-κωνική. Ή διακόσμησις διά καστανοφαίου χρώματος. Έπΐ τών ώμων, δύο κοσμήματα τοϋ τύπου «ρακέττας», έκφυόμενα έκ τής άνωτέρας τών δύο ταινιών, αί όποΐαι περιβάλλουν τήν κοιλίαν κατά τήν μεγίστην αυτής διάμετρον. Εις τά μεταξύ τών «ρακεττών» διαστήματα ώς παραπληρωματικά, τρεις μεμονωμένοι σπεΐραι. Έπΐ τής λαβής, λοξή παχεϊα γραμμή. Διά τοϋ αύτοϋ ώς άνω χρώματος, καλύπτεται ό λαιμός μετά τών χειλέων έσωτερικώς καί έξωτερικώς, ώς καί τό παρά τήν βάσιν τμήμα τής κοιλίας, μετά μέρους τής βάσεως. Χρονολόγησις: ΥΕΙ. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 41, είκ. 11, τύπος 87.
18. Λεβητοκυάθιον. Άριθ. εύρ. Π 60 (Πίν. 10 δ). Ύψ. 0,08 μ., διάμ. στομίου 0,06 μ. Συγκεκολλημένον έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές εις μέγιστον τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων, τμήματα της κοιλίας καί κατά την λαβήν. Πηλός ωχροκίτρινος. Επίχρισμα του αυτού ώς και ο πηλός χρώματος. Κοιλία σφαιρική, πεπιεσμένη- κωνική. Ή διακόσμησις διά καστανοφαίου χρώματος. Επί των ώμων τέσσαρα κοσμήματα του τύπου «ρακέττας» εκφυόμενα εκ της ανωτέρας των δύο ταινιών, αί οποίαι περιβάλλουν το μέσον περίπου τής κοιλίας του αγγείου. Μεταξύ των «ρακεττών», ως παραπληρωματικά κοσμήματα, στιγμαί τριγωνικώς διατεταγμένοι. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτεται το σωζόμενον τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων εσωτερικώς και εξωτερικώς και το παρά την βάσιν τμήμα της κοιλίας μετά μέρους της βάσεως. Χρονολόγησις: YE I. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 41, είκ. 11, τύπος 87.
19. Λεβητοκυάθιον. Άριθ. εύρ. Π 78 (Πίν. 10γ). Ύψ. 0,075 μ., διάμ. στομίου 0,05 μ. Συγκεκολλημένον έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές εις τμήματα του λαιμού μετά των χειλέων, τμήματα της κοιλίας και κατά το μέγιστον της λαβής. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός υπέρυθρος. Επίχρισμα ωχροκίτρινον. Λαβή ταινιοειδής. Κοιλία σφαιρική πεπιεσμένη - κωνική. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου ή καστανερύθρου χρώματος ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Επί των ώμων δύο κοσμήματα του τύπου «ρακέττας» και τρία φλογόσχημα ώς παραπληρωματικά, εντός εκάστου των όποιων στιγμή. Κάτωθεν αυτών διπλή ταινία. Διά του αυτού ώς άνω χρώματος καλύπτονται ο λαιμός μετά των χειλέων εσωτερικώς και εξωτερικώς ως και το παρά την βάσιν τμήμα της κοιλίας. Χρονολόγησις: YE I. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 41, εικ. 11, τύπος 87.
20. Λεβητοκυάθιον. Άριθ. εύρ. Π 63 (Πίν. 10 ε). Ύψ. αγγείου συμπεπληρωμένον 0,079 μ. Συγκεκολλημένον έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές κατά τον λαιμόν μετά των χειλέων και την λαβήν μετά τμήματος της κοιλίας και των ώμων. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός ώχροκίτρινος. Επίχρισμα φωτεινοτέρας αποχρώσεως. Κοιλία πεπιεσμένη σφαιρική. Η διακόσμησις διά καστανερύθρου ή καστανοφαίου χρώματος, ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Επί των ώμων τμήματα κοσμημάτων του τύπου «ρακέττας». Κάτωθεν αυτών διπλή ταινία. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτεται το παρά την βάσιν τμήμα της κοιλίας, μετά μέρους της βάσεως. Χρονολόγησις : YE I.
21. Λεβητοκυάθιον. Άριθ. εύρ. Π 23 (Πίν. 10 ς'). Υψ. 0,061 μ., διάμ. στομίου 0,043 μ. Συγκεκολλημένον εκ τριών τεμαχίων. Ελλιπές κατά το μέγιστον του λαιμού μετά των χειλέων και μέγιστον μέρος της κοιλίας μετά της βάσεως. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός ερυθρωπός. Επίχρισμα υπόλευκον. Λαβή ταινιοειδής. Κοιλία σφαιρική πεπιεσμένη (αρτόσχημος). Η διακόσμησις δι΄ ερυθρού ή καστανερύθρου χρώματος ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Επί των ώμων δύο κοσμήματα του τύπου «ρακέττας» καί εις τα μεταξύ αυτών διαστήματα δύο παραπληρωματικά φλογόσχημα. Κάτωθεν αυτών διπλή ταινία. Επί της ράχεως της λαβής δύο οριζόντιαι και δύο λοξαί παχείαι γραμμαί. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτεται ο λαιμός μετά των χειλέων εσωτερικώς και εξωτερικώς. Χρονολόγησις: YE I



22. Λεβητοκυάθιον. Αριθ. ευρ. Π 261 (Πίν. 11α). Υψ. 0,078 μ., διάμ. στομίου 0,062 μ. Συγκεκολλημένον εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές εις μικρόν τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων, την λαβήν και μέγα μέρος της κοιλίας μετά της βάσεως. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός υπέρυθρος. Κοιλία πεπιεσμένη, σφαιρική - κωνική. Η διακόσμησις διά καστανερύθρου χρώματος. Επί των ώμων «τρέχουσα σπείρα» και δισκοειδή παραπληρωματικά κοσμήματα. Κάτωθεν αυτών, διπλή ταινία. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτεται ο λαιμός μετά των χειλέων εσωτερικώς και εξωτερικώς. Χρονολόγησις: YE I. Βλ. Blegen, Korakou, σ. 39, είκ. 53,9 καί σ. 41, είκ. 56. Karo, Schachtgraber, πίν. 166, 156. Μυλωνά, Έλευσινιακά A 1932, σ. 119, είκ. 97, άριθ. 352. Blegen, Prosymna I, σ. 65 II πίν. 18, είκ. 105 άριθ. 409, πίν. 20, είκ. 110, άριθ. 214, πίν. 28, είκ. 140, άριθ. 137, πίν. 29, είκ. 145, άρ. 251.
23. Λεβητοκυάθιον. Αριθ. ευρ. Π 29 (Πίν. 11 β). Παρεδόθη προ της ανασκαφής του τύμβου (βλ. σ. 6, σημ. 2 καί σ. 11). Υψ. (του στομίου συμπεπληρωμένου) 0,078 μ. Ελλιπές κατά τα χείλη μετά τμήματος του λαιμού και την λαβήν. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Αποκεκρουμένον εις τμήματα των ώμων και της κοιλίας. Πηλός υπέρυθρος. Επίχρισμα υποκίτρινον. Κοιλία σφαιρική πεπιεσμένη. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου χρώματος. Επί των ώμων τρέχουσα σπείρα και δισκοειδή παραπληρωματικά κοσμήματα. Κάτωθεν της ζώνης ταύτης διπλή ταινία. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτεται το σωζόμενον τμήμα του λαιμού εσωτερικώς και εξωτερικώς και το παρά την βάσιν τμήμα της κοιλίας. Χρονολόγησις: YE I. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 40, είκ. 11, τύπος 87 (διά το σχήμα του αγγείου). Blegen, Korakou, σ. 39, είκ. 53,9 καί σ. 41, είκ. 56 (διά το κόσμημα).
24. Λεβητοκυάθιον. Αριθ. ευρ. Π 55 (Πίν. 11 γ). Ύψ. αγγείου συμπεπληρωμένου 0,017 μ. Συγκεκολλημένον εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές είς τμήματα της κοιλίας και τον λαιμόν μετά των χειλέων. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Συμπλήρωσις λαιμού εσφαλμένη. Πηλός ωχροκίτρινος. Επίχρισμα φωτεινοτέρας αποχρώσεως. Λαβή ταινιοειδής. Κοιλία ακανόνιστος αμφικωνική. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου ή καστανερύθρου χρώματος, ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς ππτήσεως. Επί των ώμων τρεις σπείραι, συνδεόμεναι διά λοξών εφαπτομένων και δισκοειδή παραπληρωματικά κοσμήματα. Κάτωθεν αυτών διπλή ταινία. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτεται το παρά την βάσιν τμήμα της κοιλίας, ως και τμήμα της βάσεως. Επί της ράχεως της λαβής δύο λοξαί ταινίαι. Χρονολόγησις:YEI
25. Λεβητοκυάθιον. Άριθ. εύρ. Π 82 (Πίν. 11ε). Υψ. αγγείου συμπεπληρωμένου 0,06 μ. διάμ., στομίου 0,04 μ. Συγκεκολλημένον εκ τριών τεμαχίων. Ελλιπές κατά την λαβήν και τον λαιμόν, πλήν μικρού τμήματος, και εις τμήμα της κοιλίας. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός υπέρυθρος. Κοιλία αμφικωνική. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου ή καστανερύθρου χρώματος ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Επί των ώμων τρέχουσα σπείρα, και ως παραπληρωματικά κοσμήματα στιγμαί. Διά του αυτού ως άνω χρώματος, καλύπτονται το παρά την βάσιν τμήμα της κοιλίας και το σωζόμενον τμήμα του λαιμού. Χρονολόγησις: ΥΕΙ. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 41, είκ. 11, τύπος 87.
26. Λεβητοκνάθιον. Άριθ. εύρ. Π 26 (Πίν. 11 ζ'). Υψ. 0,079 μ., διάμ. στομίου 0,056 μ. Συγκεκολλημένον εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές κατά την λαβήν, τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων και το μεγαλύτερον μέρος της κοιλίας μετά της βάσεως. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός έρυθρός. Επίχρισμα ωχροκίτρινον. Κοιλία σφαιρική πεπιεσμένη. Η διακόσμησις δια ερυθρού ή καστανερύθρου χρώματος, ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Επί των ώμων, σειρά έξ έξ μεμονωμένων σπειρών, οριζομένων κάτωθεν υπό διπλής ταινίας. Είς τα μεταξύ των σπειρών διαστήματα, ως παραπληρωματικά κοσμήματα, στιγμαί. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται ο λαιμός μετά των χειλέων εσωτερικώς και εξωτερικώς. Χρονολόγησις: YE I. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 40, είκ. 11, τύπος 87.
27. Λεβητοκνάθιον. Αριθ. ευρ. Π 72 (Πίν. 11 δ). Ύψ. 0,073 μ., διάμ. στομίου 0,05 μ. Συγκεκολλημένον εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές είς μέγα μέρος του λαιμού μετά των χειλέων και είς τμήματα της κοιλίας. Πηλός υπέρυθρος. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Λαβή ταινιοειδής. Κοιλία πεπιεσμένη σφαιρική- κωνική. Η διακόσμησις δι΄ ερυθρού ή καστανερύθρου χρώματος, ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Επί των ώμων, σειρά εσχηματοποιημένων παπύρων (ή κογχυλίων). Κάτωθεν αυτών διπλή ταινία. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται το σωζόμενον τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων εσωτερικώς και εξωτερικώς και το παρά την βάσιν τμήμα της κοιλίας. Χρονολόγησις: YE I. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 41, είκ. 11, τύπος 87. Περί της ΜΕ και κρητικής προελεύσεως του κοσμήματος, το οποίον δύναται να κατάγεται τόσον εκ των φύλλων παπύρου, όσον και εκ των κογχυλίων, βλ. Evans, Palace of Minos, τόμ. IV, σ. 117- 119, εικ. 82- 86 και τόμ. IV 2, σ. 819, είκ. 797. Blegen, Prosymna, πίν. 7, εικ. 42.



28. Λεβητοκυάθιον. Αριθ. ευρ. Π 57 (Πίν. 12γ). Ύψ. 0,054 μ., διάμ. στομίου 0,04 μ. Συγκεκολλημένον έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές κατά τα χείλη μετά μεγίστου τμήματος του λαιμού, ως και τμήματα του ώμου και της κοιλίας. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός υπέρυθρος. Επίχρισμα φωτεινόν ωχροκίτρινον. Λαβή ταινιοειδής. Κοιλία σφαιρική πεπιεσμένη. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου χρώματος. Επί των ώμων παχεία τεθλασμένη γραμμή οριζομένη άνωθεν μεν υπό απλής ταινίας, κάτωθεν δε υπό τριπλής. Επί της ράχεως της λαβής, τρεις οριζόντιοι παχείαι γραμμαί. Χρονολόγησις: YE I Β. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 383, εικ. 67, αριθ. 61, σχέδ. 2.
29. Πυθμήν λεβητοκυαθίου. Αριθ. ευρ. Π 24 (Πίν. 12 β). Έκ τάφου Δ (Σχέδ. 1, 6 ). Διάμ. πυθμένος 0,07 μ. Πηλός υπέρυθρος. Διακόσμησις: σώζεται μόνον τμήμα εξιτήλου φαιάς ταινίας περί το κατώτατον τμήμα της κοιλίας. Χρονολόγησις: YE I.
30. Προχοΐσκη. Αριθ. ευρ. Π 86 (Πίν. 12α). Ύψ. 0,087 μ., διάμ. στομ. 0,047 μ. Συγκεκολλημένη εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές εις μέγα τμήμα των χειλέων, μέγιστον τμήμα της κοιλίας και όλην την βάσιν. Συμπεπληρωμένη διά γύψου. Αποκεκρουμένη εις τμήματα των χειλέων και της κοιλίας. Πηλός ωχροκίτρινος. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Κοιλία σφαιρική πεπιεσμένη. Η διακόσμησις διά καστανομέλανος χρώματος. Επί των ώμων δύο σειραί εκ κυρτών ραβδίων (φυλλαρίων), χωριζόμεναι υπό διπλής παχείας γραμμής. Κάτωθεν αυτών, ετέρα διπλή παχεία γραμμή και αμέσως κάτωθεν διπλή ταινία. Επί της ράχεως της λαβής παχείαι ελαφρώς λοξαί γραμμαί. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτεται ο λαιμός μετά των χειλέων εσωτερικώς και εξωτερικώς. Χρονολόγησις: YE I. Διά το κόσμημα, βλ. Μυλωνά, έ.ά. σ. 119, εικ. 98, αριθ. 353 - 4 και σ. 121, εικ. 99, αριθ. 10 - 13. Furumark, έ.ά. σ. 397, εικ. 69, αριθ. 64, σχέδ. 3. Πρβλ. και κατωτέρω αριθ. 47. Περί της προελεύσεως του κοσμήματος βλ. Evans, Palace of Minos IV, σ. 268, εικ. 1986 (η συμπλήρωσις της βάσεως του αγγείου πιθανώτατα εσφαλμένη: πρβλ. Μυλωνά, έ.ά. εικ. 97 και 98).
31. Αλάβαστρον δίωτον. Αριθ. ευρ. Π 25 (Πίν. 12). Παρεδόθη προ της ανασκαφής του τύμβου (βλ. σ. 6, σημ. 2 και σ. 1 ). Υψ. 0,11 μ., διάμ. στομίου 0,088 μ. Συγκεκολλημένον εκ τριών τεμαχίων. Ελλιπές εις δύο τμήματα της κοιλίας. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός υποκίτρινος. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Λαβαί ταινιοειδείς. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου χρώματος, ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Επί των ώμων τέσσαρα κοσμήματα του τύπου «ρακέττας», ανά δύο εις τα μεταξύ των ώτων διαστήματα, εκφυόμενα εκ της ανωτέρας των τριών ταινιών, αι οποίαι περιβάλλουν την κοιλίαν. Μεταξύ των κυρίων κοσμημάτων, ως παραπληρωματικά, έλικες, στιγμαί και στικταί γραμμαί. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται ο λαιμός μετά των χειλέων εσωτερικώς και εξωτερικώς, τα ώτα και το παρά την βάσιν τμήμα της κοιλίας. Χρονολόγησις: YE I.
32. Αλάβαστρον τρίωτον. Αριθ. ευρ. Π 81 (Πίν. 12ε). Παρεδόθη προ της ανασκαφής του τύμβου (βλ. σ. 6, σημ. 2 και σ. 11). Ύψ. 0,17 μ., διάμ. στομίου 0,082 μ. Συγκεκολλημένον έκ τεσσάρων τεμαχίων. Ελλιπές κατά μικρόν τμήμα των χειλέων και δύο τμήματα της κοιλίας. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Αποκεκρουμένον εις τινα τμήματα της κοιλίας κυρίως. Πηλός ωχροκίτρινος. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Λαβαί ταινιοειδείς. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου ή καστανερύθρου χρώματος, ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Επί των ώμων τρία κοσμήματα του τύπου «ρακέττας», ανά έν εις τα μεταξύ των ώτων διαστήματα, εκφυόμενα εκ της ανωτέρας τριών ταινιών, κατά την μεγίστην διάμετρον της κοιλίας. Δεξιά εκάστου ωτός παραπληρωματικόν φυτικόν κόσμημα και στιγμή, κάτωθεν δε εκάστου ωτός στικτή γραμμή. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται ο λαιμός μετά των χειλέων εσωτερικώς και εξωτερικώς, τα ώτα, ως και το παρά την βάσιν τμήμα της κοιλίας. Χρονολόγησις: YE I.



33. Αλάβαστρον τρίωτον. Αριθ. ευρ. Π 80 (Πίν. 13 α). Εκ τάφου Δ (Σχέδ. 1,5). Υψ. 0,115 μ., διάμ. στομίου 0,085 μ. Ελλιπές κατά την μίαν των λαβών και τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Φέρει ρωγμάς και αποκρούσεις είς τινα τμήματα. Πηλός ακάθαρτος, υπέρυθρος. Επίχρισμα υπόλευκον. Λαβαί ταινιοειδείς. Επί της άνω επιφανείας των έξω νευόντων χειλέων άβλαξ. Η διακόσμησις διά καστανομέλανος χρώματος. Είς τα μεταξύ των ώτων διαστήματα ανά δύο επάλληλοι ταινίαι, κάτωθεν των οποίων σειρά σπειρών, συνδεομένων διά λοξών εφαπτομένων, και δισκοειδή παραπληρωματικά κοσμήματα. Κάτωθεν της διακοσμητικής ταύτης ζώνης διπλή ταινία. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται ο λαιμός μετά των χειλέων εσωτερικώς και εξωτερικώς, αι λαβαί και το παρά την βάσιν τμήμα της κοιλίας μετά τμήματος της βάσεως. Χρονολόγησις: YE I (πιθανώτατα τοπικού εργαστηρίου).
34. Αλάβαστρον τρίωτον. Αριθ. ευρ. Π 79 (Πίν. 12 ζ'). Ύψ. αγγείου συμπεπληρωμένον 0,13 μ., διάμ. στομίου 0,095 μ. Συγκεκολλημένον έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές κατά μέγα μέρος της κοιλίας, τας δύο των λαβών και τον λαιμόν, πλην μικροτάτου τμήματος, μετά των χειλέων. Πηλός υποκίτρινος. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Λαβαί δακτυλιοειδείς. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου χρώματος. Επί των ώμων τρία φύλλα κισσού εκφυόμενα εκ των ώτων, του υπολοίπου μεταξύ των ώτων διαστήματος πληρουμένου δι΄ επαλλήλων στικτών γραμμών. Κάτωθεν της διακοσμητικής ταύτης ζώνης, τριπλή ταινία. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται το παρά την βάσιν τμήμα της κοιλίας, το σωζόμενον τμήμα του λαιμού εσωτερικώς και εξωτερικώς και η σωζομένη λαβή μετά του περί αυτήν τμήματος είς σχήμα καρδίας. Χρονολόγησις: YE I Β. Πρβλ. Blegen, Korakou, σ. 39, είκ. 53,5 καί Karo, Schachtgraber, πίν. 167, 194.
35. Αλάβαστρον τρίωτον. Αριθ. ευρ. Π 7 (Πίν. 13 β). Ύψ. 0,11 μ., διάμ. στομίου 0,075 μ. Συγκεκολλημένον εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές κατά τα δύο τρίτα περίπου. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός ερυθρός. Επίχρισμα υπέρυθρον. Άνω επιφάνεια χειλέων πεπλατυσμένη, ελαφρώς κλίνουσα προς τα έξω. Η διακόσμησις δι΄ ερυθρού χρώματος. Κάτωθεν των λαβών, σώζεται τμήμα διακοσμητικής ζώνης έκ σειράς φύλλων παπύρου (ή έκ σειράς κογχυλίων;), οριζομένων άνωθεν και κάτωθεν υπό παχειών γραμμών. Επί της βάσεως δύο ομάδες ομοκέντρων κύκλων, εκ τριών κατά την περιφέρειαν και τεσσάρων κατά το κέντρον. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται ο λαιμός μετά των χειλέων εσωτερικώς και εξωτερικώς, ως και αι λαβαί. Χρονολόγησις: ΥΕ ΠΙ Α-Β. 
Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 41, είκ. 11, τύπος 85 (διά το σχήμα) και σ. 315, εικ. 53, άριθ. 25, σχέδ. 18 (διά το κόσμημα).
36. Αλάβαστρον τρίωτον. Αριθ. ευρ. Π 295 (Πίν. 13γ). Υψ. άγγείου συμπεπληρωμένου 0,06 μ. Σφζεται έν μέρει κατά το ανώτερον αυτού τμήμα και την βάσιν, του λοιπού συμπεπληρωμένου διά γύψου. Πηλός υπόλευκος. Λαβαί δακτυλιοειδείς. Άνω επκράνεια χειλέων πεπλατυσμένη ελαφρώς προς τα έξω κλίνουσα. Η διακόσμησις διά καστανομέλανος χρώματος. Τα μεταξύ των ώτων διαστήματα, πληρούνται δι΄επαλλήλων γωνιών. Αμέσως κάτωθεν των ώτων, διπλή ταινία. Επί της βάσεως, τέσσαρες ομόκεντροι κύκλοι. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται το σωζόμενον τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων εσωτερικώς και εξωτερικώς και τα ώτα. Χρονολόγησις: ΥΕΠΙA-Β.
37. Αλάβαστρον τρίωτον. Άριθ. εύρ. Π 2 (Πίν. 13 δ). Ύψ. 0,20 μ., διάμ. στομίου συμπεπληρωμένου 0,105 μ. Συγκεκολλημένον έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές κατά τήν μίαν τών λαβών, μερικώς τήν έτέραν καί τμήματα τοϋ λαιμοΰ μετά τών χειλέων, τής κοιλίας καί τής βάσεως. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός υπέρυθρος. Επίχρισμα ύπόλευκον. Λαβαί δακτυλιοειδείς. Άνω έπκράνεια χειλέων πεπλατυσμένη, σχεδόν όριζοντία. Ή διακόσμησις διά καστανερύθρου χρώματος. Έπί τών ώμων εύρεΐα διακοσμητική ζώνη, έξ όμάδων όμοκέντρων άνεστραμμένων τόξων εις έπαλλήλους σειράς, όριζομένη διά διπλής άνωθεν καί τριπλής κάτωθεν ταινίας. Άνά μία τριπλή ομοίως ταινία έπί τοϋ κατωτέρου τμήματος τής κοιλίας καί έπί τής βάσεως. Διά τοϋ αύτοϋ ώς άνω χρώματος καλύπτονται τό σφζόμενον τμήμα τοϋ λαιμοΰ μετά τών χειλέων έσωτερικώς καί έξωτερικώς καί ή ράχις τών λαβών. Χρονολόγησις: ΥΕ ΙΠ Α-Β. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 345, είκ. 58, άριθ. 45, σχέδ. 3 (διά τό κόσμημα).
38. Αλάβαστρον τρίωτον. Αριθ. ευρ. Π 62 (Πίν. 13 ε). Εκ των αναστατωμένων χωμάτων του τάφου Η (Σχέδ. 1,16). Υψ. αγγείου συμπεπληρωμένου 0,095 μ. Συγκεκολλημένον έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές κατά τον λαιμόν μετά των χειλέων, κατά την μίαν των λαβών και μέγα μέρος της κοιλίας μετά της βάσεως. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Συμπλήρωσις λαιμού εσφαλμένη. Πηλός υπόλευκος. Λαβαί δακτυλιοειδείς. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου χρώματος. Παρά την βάσιν του λαιμού, ως και αμέσως κάτωθεν των ώτων, επάλληλοι γραμμαί οριζόμεναι υπό ταινιών. Εις τα μεταξύ των ώτων διαστήματα, ανά δύο αντιθετικαί ομάδες εξ ομοκέντρων όρθιων τόξων. Επί του κατωτάτου τμήματος της κοιλίας, ως και επί της βάσεως, ίχνη ομοκέντρων κύκλων. Χρονολόγησις: ΥΕ ΙΠ Α-Β. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 41, εικ. 11, τύπος 85 (διά το σχήμα του αγγείου) και σ. 383, εικ. 67, αριθ. 17, σχέδ. 2 (διά το κόσμημα).
39. Αλάβαστρον τρίωτον. Αριθ. ευρ. Π 52 (Πίν. 13 ζ).Υψ. 0,095 μ., διάμ. στομίου συμπεπληρωμένου 0,047 μ. Συγκεκολλημένον εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές κατά το μέγιστον τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων, μικρόν τμήμα των ώμων μετά της κοιλίας και της μιας των λαβών. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Επιφάνεια αποκεκρουμένη και απολεπισμένη. Πηλός ωχροκίτρινος. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Λαβαί δακτυλιοειδείς. Άνω επιφάνεια χειλέων πεπλατυσμένη, ελαφρώς προς τα έξω κεκλιμένη. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου χρώματος. Μεταξύ των ώτων, δικτυωτόν πλέγμα, οριζόμενον άνωθεν και κάτωθεν υπό ταινίας. Αμέσως κάτωθεν τούτου περί την κοιλίαν, σειρά επαλλήλων γραμμών, οριζομένων κάτωθεν υπό ταινίας. Η εξ έπαλλήλων γραμμών και ταινιών διακόσμησις επαναλαμβάνεται και επί του παρά την βάσιν τμήματος της κοιλίας. Κάτωθεν του λαιμού τρεις επάλληλοι γραμμαί. Διά του αυτού ως άνω χρώματος, εξιτήλου, καλύπτεται το σωζόμενον τμήμα του λαιμού εξωτερικώς. Χρονολόγησις: ΥΕΙΠΑ-Β. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 41, εικ. 11, τύπος 85 (διά το σχήμα του αγγείου) και σ. 382, εικ. 67, αριθ. 57, σχέδ. 2 (διά το κόσμημα).
40. Αλάβαστρον τρίωτον. Αριθ. ευρ. Π 85 (Πίν. 13η). Πλησίον του τάφου Γ Σχέδ. 1,31). Σωζόμενον ύψ. 0,055 μ. μετά στομίου συμπεπληρωμένου 0,07 μ. Συγκεκολλημένον έκ δύο τεμαχίων. Ελλιπές κατά τον λαιμόν μετά των χειλέων, την μίαν των λαβών μετά τμήματος της κοιλίας και τμήμα της δευτέρας. Πηλός υπόλευκος. Λαβαί δακτυλιοειδείς. Κοιλία κυλινδρική. η διακόσμησις διά καστανοφαίου χρώματος εξιτήλου. Είς τα μεταξύ των ώτων διαστήματα, ανά έν πλέγμα εξ ακανονίστων οριζοντίων και καθέτων γραμμών. Κάτωθεν αυτών, διπλή ταινία. Επί της βάσεως τρεις ομόκεντροι κύκλοι. Χρονολόγησις: ΥΕ ΠΙ A - Β. Furumark, έ.ά. σ. 44, είκ. 12, τύπος 94.
41. Αλάβαστρον τρίωτον. Αριθ. ευρ. Π 8 (Πίν. 13 ζ). Ύψ. 0,195 μ., διάμ. στομίου 0,9 μ. Συγκεκολλημένον εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές κατά τον λαιμόν μετά των χειλέων πλην μικρού τμήματος, τμήματα της κοιλίας και τμήμα της βάσεως. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Επιφάνεια αποκεκρουμένη και απολεπισμένη. Λαβαί δακτυλιοειδείς. Άνω επιφάνεια χειλέων πεπλατυσμένη, ελαφρώς προς τα έξω κλίνουσα. Πηλός ωχροκίτρινος. Η διακόσμησις διά καστανερύθρου χρώματος κατά το πλείστον εξιτήλου. Επί του ανωτέρου τμήματος της κοιλίας, αμέσως κάτωθεν των λαβών, υπολείμματα ομοκέντρων τόξων. Επί της λοιπής επιφανείας υπολείμματα επαλλήλων ταινιών, ανίσου πάχους. Διά του αυτού ως άνω χρώματος, καλύπτεται το σωζόμενον τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων εξωτερικώς. Χρονολόγησις: ΥΕ ΠΙ Β.
42. Κύπελλον του τύπου «Βαφείου». Αριθ. ευρ. Π 59 (Πίν. 14 α). Εκ τάφου ΙΔ (Σχέδ. 1,25) Ύψ· 0,068 μ., διάμ. στομίου συμπεπληρωμένου 0,10 μ. Συγκεκολλημένον έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές είς μεγάλα τμήματα των χειλέων και των τοιχωμάτων. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός υπέρυθρος. Η διακόσμησις δι΄ερυθρού ή καστανερύθρου χρώματος. Δύο ταινίαι του χρώματος τούτου περιβάλλουν τα χείλη και το κατώτατον τμήμα του αγγείου, συνδεόμεναι διά κατακορύφων ακανονίστων γραμμών, διατεταγμένων εις τέσσαρας ομάδας ανά πέντε. Επί της ράχεως της λαβής επάλληλοι οριζόντιοι γραμμαί. Χρονολόγησις: ΜΕ - ΥΕ I. Βλ. Μυλωνάς, έ.ά. σ. 71, εικ. 46.
43. Κύπελλον του τύπου «Βαφειού». Αριθ. ευρ. Π 75 (Πίν. 14 β). Υψ. 0,10 μ., διάμ. στομίου 0,113 μ. Συγκεκολλημένον έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές είς πολλά τμήματα των χειλέων και των τοιχωμάτων. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός υποκίτρινος. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Η μετάβασις από του ανωτέρου χοανοειδούς εις το κατώτερον κυλινδρικόν τμήμα δηλούται διά δακτυλιοειδούς εξάρσεως. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου χρώματος. Επί του ανωτέρου τμήματος, πυκναί όρθιαι σιγμοειδείς γραμμαί, επί δε του κατωτέρου, κατακόρυφοι. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται τα χείλη εσωτερικώς και εξωτερικώς και η ράχις της λαβής. Χρονολόγησις: YE I. Βλ. Blegen, Korakou, σ. 39, εικ. 53,3· Μυλωνάς, έ.ά. σ. 112, εικ. 89. Wace, Chamber Tombs, πίν. 52, 2.
44. Κύπελλον του τύπου «Βαφείου». Αριθ. ευρ. Π 5 (Πίν. 14 γ). Έκ τάφου I. (Σχέδ. 1,21). Ύψ. 0,082 - 0,084 μ., διάμ. στομίου 0,105 μ. Συγκεκολλημένον εκ τριών τεμαχίων. Ελλιπές εις δύο τμήματα των χειλέων, μετά μικρού μέρους των τοιχωμάτων. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός ωχροκίτρινος. Δακτυλιοειδής έξαρσις δηλοί την μετάβασιν από του ανωτέρου χοανοειδούς εις το κατώτερον κυλινδρικόν τμήμα. Η διακόσμησις δι΄ερυθρού ή καστανομέλανος χρώματος, ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Η διακόσμησις εξ ακανονίστων, όρθιων, ελαφρώς καμπύλων γραμμών άνωθεν και σχεδόν κατακορύφων κάτωθεν της δακτυλιοειδούς εξάρσεως. Διά του αυτού ώς άνω χρώματος καλύπτονται τα χείλη έσωτερικώς και εξωτερικώς, ή λαβή, ή δακτυλιοειδής έξαρσις μετά μικρού εκατέρωθεν αυτής τμήματος, το κατώτατον παρά την βάσιν τμήμα, ακανονίστως δε το κατά την περιφέρειαν τμήμα της βάσεως. Χρονολόγησις: YE I. Βλ. Blegen, Korakou, σ. 39, εικ. 53, 3, σ. 46 εικ. 62, 10. πίν. 4,6. Μυλωνάς, έ.ά. σ. 112, είκ. 89. Furumark, έ.ά. σ. 53, εικ. 15, τύπος 224.
45. Κύπελλον του τύπου «Βαφείου». Αριθ. ευρ. Π 61 (Πίν. 14δ). Ύψ. 0,082 μ., διάμ. στομίου 0,10 μ. Συγκεκολλημένον έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές κατά μέγα μέρος των τοιχωμάτων και της βάσεως. Πηλός ωχροκίτρινος. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Η μετάβασις από του ανωτέρου χοανοειδούς εις το κατώτερον κυλινδρικόν τμήμα δηλούται διά δακτυλιοειδούς εξάρσεως. Η διακόσμησις δι΄ ερυθροφαίου ή καστανομέλανος χρώματος, ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Επί του ανωτέρου τμήματος του αγγείου, υπολείμματα τριών σπειρών, συνδεομένων διά λοξών εφαπτομένων και δισκοειδή παραπληρωματικά κοσμήματα. Επί της ράχεως της λαβής, δύο λοξαί παχείαι γραμμαί. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται το σωζόμενον τμήμα των χειλέων εσωτερικώς, η δακτυλιοειδής έξαρσις μετά τμήματος εκατέρωθεν αυτής, ως και το περί την βάσιν τμήμα. Χρονολόγησις: YE I. Blegen, Korakou, σ. 39, εικ. 53, 9 και σ. 41, εικ. 56. Μυλωνάς, έ.ά. σ. 112, εικ. 89. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 53 εικ. 15, τύπος 224. Περί της προελεύσεως του κοσμήματος εκ της ΜΕ εποχής βλ. Blegen, Prosymna, πιν. 11, εικ. 63 και πιν. IV, 1.
46. Κύπελλον του τύπου «Βαφείου». Άριθ. ευρ. Π 28 (Πιν. 14 ε). Ύψ. 0,088 μ., διάμ. στομίου 0,12 μ. Συγκεκολλημένον εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές κατά την λαβήν, ως και τμήματα των τοιχωμάτων και της βάσεως. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός υπέρυθρος. Επίχρισμα του αυτού ώς και ο πηλός χρώματος. Η μετάβασις από του ανωτέρου χοανοειδούς εις το κατώτερον κυλινδρικόν τμήμα δηλούται διά παχείας δακτυλιοειδούς εξάρσεως. Η διακόσμησις διά καστανερύθρου ή καστανοφαίου χρώματος, ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Επί του ανωτέρου τμήματος, φυτικά κοσμήματα (φύλλα κισσού εσχηματοποιημένα ) και έλικες. Στικταί γραμμαί ακολουθούν εν μέρει τα περιγράμματα των ελίκων ή των φύλλων. Στικτή γραμμή περί το μέσον του κατωτέρου τμήματος του αγγείου. Διά του αυτού ως άνω χρώματος, καλύπτονται τα χείλη εσωτερικώς, η δακτυλιοειδής έξαρσις και μικρόν εκατέρωθεν αυτής τμήμα, καθώς και τμήμα παρά την βάσιν μετά του κατά την περιφέρειαν τμήματος της βάσεως. Χρονολόγησις: YE I Β. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 52, είκ. 15, τύπος 224.
47. Κύπελλον τον τύπου «Βαφείου». Αριθ. ευρ. Π 74 (Πιν. 14ς). Ύψ. 0,10 μ., διάμ. στομίου 0,12 μ. Συγκεκολλημένον εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές κατά το ανώτερον κυρίως τμήμα. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός υποκίτρινος. Επίχρισμα του αυτού προς τον πηλόν χρώματος. Η μετάβασις από του ανωτέρου χοανοειδούς είς το κατώτερον κυλινδρικόν τμήμα δηλούται διά δακτυλιοειδούς εξάρσεως. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου χρώματος. Επί του ανωτέρου τμήματος του αγγείου τρεις επάλληλοι γραμμαί, οριζόμεναι άνωθεν και κάτωθεν υπό σειράς έξ όρθιων μικρών κυρτών ραβδίων (φυλλαρίων), επί δε του κατωτέρου τμήματος δύο ταινίαι ανίσου πάχους. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται τα χείλη εσωτερικώς και εξωτερικώς, η ράχις της λαβής, η έξαρσις των τοιχωμάτων, το παρά την βάσιν τμήμα και το κατά την περιφέρειαν τμήμα της βάσεως. Χρονολόγησις: YE I Β. Βλ. Blegen, Korakou, σ. 39, εικ. 53, 1.4.5, και Prosymna II, πίν. 29, εικ. 145, αριθ. 254.
48. Κρατηρίσκος πιθοειδής δίωτος. Άριθ. ευρ. Π 84 (Πίν. 14 ζ). Τά θραύσματα αυτού έν μέρει έκ τού τάφου Ε καί έν μέρει έκ τού τάφου Η (Σχέδ. 1,9) Ύψ. 0,12 μ., διάμ. στομίου 0,078 μ. Συγκεκολλημένος εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής κατά μέγα μέρος της κοιλίας, την ετέραν των λαβών και δύο μικρά τμήματα των χειλέων. Συμπεπληρωμένος διά γύψου. Αποκεκρουμένος κυρίως κατά την κοιλίαν. Πηλός ώχροκίτρινος. Λαβαί ταινιοειδείς. Κοιλία απιόσχημος. Άνω επιφάνεια χειλέων πεπλατυσμένη, σχεδόν οριζοντία. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου χρώματος. Επί των ώμων μεταξύ των ώτων, ανά τρία κοσμήματα του τύπου «ρακέττας», εξ ων τα δύο εκάστης πλευράς συνδέονται διά δίσκου. Των πέντε εκ των κοσμημάτων τούτων σώζονται τα υπολείμματα. Αλυσοειδή και σταυροί ως παραπληρωματικά κοσμήματα. Κάτωθεν της κυρίας διακοσμητικής ζώνης τριπλή ταινία. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται ο λαιμός μετά των χειλέων εσωτερικώς και εξωτερικώς, η σωζομένη λαβή και η βάσις. Χρονολόγησις: YE I. Διά το σχήμα του αγγείου, βλ. Karo, Schachtgraber, πίν. 167, 191 -2, 194 και 196. Furumark, έ.ά. σ. 22, εικ. 4, τύπος 27. Διά το κόσμημα βλ. Furumark, έ.ά. σ. 397, αριθ. 63, σχέδ. 4.Επίσης διά το σχήμα και διά το κόσμημα, Μυλωνά, έ.ά. σ. 118, εικ. 96.
49. Κρατηρίσκος πιθοειδής δίωτος. Άριθ. ευρ. Π 51 (Πίν. 14 η). Εκ του τάφου I (Σχέδ. 1,19). Ύψ. 0,133 μ., διάμ. στομίου 0,08 μ. Συγκεκολλημένος εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής είς τμήματα του λαιμού μετά των χειλέων και τμήματα της κοιλίας. Συμπεπληρωμένος διά γύψου. Πηλός ωχροκίτρινος. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Λαβαί ταινιοειδείς. Κοιλία απιόσχημος πεπιεσμένη. Άνω επιφάνεια χειλέων πεπλατυσμένη, ελαφρώς προς τα έξω κλίνουσα. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου ή καστανερύθρου χρώματος, ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Επί των ώμων και της κοιλίας ανά μία σειρά τρεχούσης σπείρας και παραπληρωματικοί στιγμαί. Είς το μεταξύ των δύο σειρών τρεχούσης σπείρας διάστημα, διπλή ταινία, κάτωθεν δε της κατωτέρας σειράς, τριπλή. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται το σωζόμενον τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων εσωτερικώς και εξωτερικώς, αι λαβαί και το κατώτατον τμήμα της κοιλίας μετά της βάσεως, εξωτερικώς. Χρονολόγησις: YE Ι Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 22, είκ. 4, τύπος 27.
50. Κρατηρίσκος πιθοειδής δίωτος. Άριθ. ευρ. Π 3 (Πίν. 15α). Υψ. 0,118 μ., διάμ. στομίου 0,068 μ. Ελλιπής είς μέγα τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων και της κοιλίας. Συμπεπληρωμένος διά γύψου. Αποκεκρουμένος κυρίως κατά το σωζόμενον τμήμα των χειλέων και τον δίσκον της βάσεως. Λαβαί ταινιοειδείς. Κοιλία κωνική - απιόσχημος. Άνω επιφάνεια χειλέων πεπλατυσμένη, ελαφρώς έξω κλίνουσα. Πηλός υπόλευκος. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Η διακόσμησις διά μελανοφαίου χρώματος. Επί των ώμων, δύο σειραί «τρεχούσης σπείρας», διαχωριζόμενοι διά παχείας γραμμής. Κάτωθεν αυτών τριπλή παχεία γραμμή. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται ο λαιμός μετά των χειλέων, εσωτερικώς και εξωτερικώς, η άνω επιφάνεια των λαβών, ως και η βάσις μετά του κατωτάτου τμήματος της κοιλίας. Χρονολόγησις: YE I. Πρβλ. Furumark, Ι.ά. σ. 22, είκ. 3, τύπ. 27.
51. Κρατηρίσκος πιθοειδής τρίωτος. Άριθ. ευρ. Π 27 (Πίν.15 β). Υψ. 0,229 μ., διάμ. στομίου 0,105 μ. Συγκεκολλημένος εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής είς τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων και της μιας των λαβών, καθ’ όλην την τρίτην λαβήν και είς τμήματα της κοιλίας. Συμπεπληρωμένος διά γύψου. Αποκεκρουμένος είς μικρόν τμήμα της βάσεως. Πηλός υποκίτρινος. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Λαβαί δακτυλιοειδείς. Κοιλία κωνική - απιόσχημος. Άνω επιφάνεια χειλέων πεπλατυσμένη, κλίνουσα ελαφρώς προς τα έξω. Επί της εσωτερικής και της εξωτερικής αυτού επιφανείας ίχνη καστανοφαίου χρώματος. Χρονολόγησις: ΥΕ ΙΙΙ Α-Β. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 22, εικ. 3, τύπος 23.
52. Κρατηρίσκος πιθοειδής τρίωτος. Άριθ. ευρ. Π 11 (Πίν. 15 γ). Υψ. 0,12 μ., διάμ. στομίου 0,06 μ. Συγκεκολλημένος εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής είς τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων, είς τμήματα των ώμων και της κοιλίας, κατά την μίαν των λαβών και είς μικρόν τμήμα της βάσεως. Συμπεπληρωμένος διά γύψου. Πηλός υπέρυθρος. Επίχρισμα ωχροκίτρινον. Λαβαί δακτυλιοειδείς. Άνω επιφάνεια χειλέων πεπλατυσμένη, κεκλιμένη ελαφρώς προς τα έξω. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου χρώματος. Επί των ώμων, είς τα μεταξύ των ώτων διαστήματα, δικτυωτόν πλέγμα. Ο κάτωθεν εκάστης λαβής χώρος, πληρούται δι΄ εναλλήλων γωνιών. Επί της λοιπής επιφανείας του αγγείου, επάλληλοι λεπταί η παχείαι ταινίαι κατά διαστήματα. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται ο λαιμός μετά των χειλέων εσωτερικώς και εξωτερικώς και αι λαβαί. Χρονολόγησις: ΥΕ ΙΙΙ Α -Β. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 23, είκ. 4 (διά το σχήμα του αγγείου) σ. 382, εικ. 67, αριθ. 57, σχέδ. 2 (διά το κόσμημα).
53. Κρατηρίσκος πιθοειδής τρίωτος. Άριθ. ευρ. Π 35 (Πίν. 15 δ). Ύψ. 0,123 μ., διάμ. στομίου 0,062 μ. Συγκεκολλημένος εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής κατά το μέγιστον τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων, τας λαβάς, τμήματα της κοιλίας και μικρόν τμήμα της βάσεως. Συμπεπληρωμένος διά γύψου. Πηλός υποκίτρινος. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Κοιλία απιόσχημος. Άνω επιφάνεια χειλέων πεπλατυσμένη σχεδόν οριζοντία. Κάτω επιφάνεια βάσεως, κοίλη, ελαφρώς έξεργος εν τω κέντρω. Άνευ διακοσμήσεως. Χρονολόγησις: ΥΕ ΙΙΙ Α-Β. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 21, εικ. 3, τύπος 23.
54. Κρατηρίσκος πιθοειδής τρίωτος. Άριθ. ευρ. Π 50 (Πίν. 15ε). Ύψ. 0,18 μ. (μετά του στομίου συμπεπληρωμένου), διάμ. στομίου 0,09 μ. Συγκεκολλημένος εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής κατά το μέγιστον του λαιμού μετά των χειλέων και τμήματα των δύο λαβών, της κοιλίας και της βάσεως. Πηλός υποκίτρινος. Λαβαί δακτυλιοειδείς. Κοιλία κωνική - απιόσχημος. Άνω επιφάνεια χειλέων πεπλατυσμένη, κεκλιμένη ελαφρώς προς τα έξω. Η βάσις δηλούται εξωτερικώς διά παχέος δακτυλίου. Κάτω επιφάνεια αυτής ελαφρώς κοίλη. Η διακόσμησις εξίτηλος. Παρά την βάσιν του λαιμού τριπλή ταινία. Παρά την μίαν των λαβών, ίχνη ελικοειδούς κοσμήματος. Επί της λοιπής επιφανείας τρεις ομάδες εκ τριών επαλλήλων γραμμών εκάστη, κατανεμημένοι από της μεγίστης διαμέτρου της κοιλίας μέχρι της βάσεως. Χρονολόγησις: YE ΙΙΙ A - Β. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 23, εικ. 4, τύπος 35.
55. Κρατηρίσκος πιθοειδής τρίωτος. Αριθ. ειρ. Π 65 (Πίν. 15 ζ'). Υψ. 0,21 μ., διάμ. στομίου 0,096 μ. Συγκεκολλημένος εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής είς τμήματα της κοιλίας, το μέγιστον τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων και κατά τας λαβάς. Συμπεπληρωμένος διά γύψου. Αι λαβαί υπέρ το δέον παχείαι συμπεπληρωμέναι. Πηλός υποκίτρινος. Κοιλία απιόσχημος. Η κάτω επιφάνεια της βάσεως σχηματίζει κατά την περιφέρειαν πεπλατυσμένον δακτύλιον, εν τω μέσω δε κοιλότητα μετά εξέργου κέντρου. Διακόσμησις: Εξωτερικώς ίχνη καστανοφαίου χρώματος. Χρονολόγησις: ΕΥ III Α-Β. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 21, είκ. 4, τύπος 35.



56. Κύλιξ μόνωτος άνευ ποδός. Αριθ. ευρ. Π 33 (Πίν. 16α). Εκ τάφου ΙΑ. (Σχέδ. 1,22) Υψ. 0,135 μ., διάμ. στομίου 0,13 μ. Συγκεκολλημένη εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής είς ελάχιστα τμήματα της κοιλίας. Συμπεπληρωμένη διά γύψου. Πηλός φαιός. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Λαβή ταινιοειδής. Κοιλία βαθεία. Θλάσις της επιφανείας, παρά την μεγίστην διάμετρον της κοιλίας. Χρονολόγησις: YE I (επιβίωσις μινυείου τύπου αγγείου).
57. Κύλιξ μόνωτος. Αριθ. ευρ. Π 20 (Πίν. 16 ς'). Υψ. άνευ λαβής 0,079 μ., μετά λαβής 0,09 μ. διάμ. στομίου 0,097 μ. Συγκεκολλημένη εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής είς τμήμα των χειλέων, τμήματα της κοιλίας και τμήμα του δίσκου της βάσεως. Συμπεπληρωμένη διά γύψου. Πηλός υπόλευκος. Λαβή ταινιοειδής. Άνω επιφάνεια χειλέων, φέρουσα αβαθή πλατείαν αύλακα, προς τα έσω κεκλιμένη. Πούς χαμηλός. Κάτω επιφάνεια δίσκου βάσεως ελαφρώς προς τα έσω κεκλιμένη, φέρουσα εν τω κέντρω αβαθή κοιλότητα. Θλάσις της επιφανείας κατά την μεγίστην διάμετρον της κοιλίας. Χρονολόγησις: ΜΕ - YE I. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 59, σημ. 8, εικ. 16, τύπος 261.
58. Κύλιξ μόνωτος. Αριθ. ευρ. Π 88 (Πίν. 16 β). Υψ. άνευ λαβής 0,149 μ., μετά λαβής 0,165 μ., διάμ. στομίου 0,143 μ. Συγκεκολλημένη έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής είς τμήματα των χειλέων, της κοιλίας και τμήμα του δίσκου της βάσεως. Συμπεπληρωμένη διά γύψου. Πηλός υπέρυθρος. Επίχρισμα ωχροκίτρινον. Λαβή ταινιοειδής υπερυψωμένη. Κοιλία βαθεία. Πούς χαμηλός. Η κάτω επιφάνεια του δίσκου της βάσεως φέρει βαθείαν κοιλότητα εν τω κέντρω. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου ή καστανερύθρου χρώματος, ποικίλλοντο ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Διά του χρώματος τούτου καλύπτονται τα χείλη εσωτερικώς και εξωτερικώς και ο δίσκος της βάσεως εξωτερικώς. Επί της κοιλίας ίχνη του αυτού ως άνω χρώματος. Επί της λαβής λοξαί παχείαι γραμμαί. Χρονολόγησις: YE I. Πρβλ. Wace, Chamber Tombs, πίν. 34, 16 -17 καί Mycenae, πίν. 70 α. Furumark, έ.ά. σ. 56, εικ. 16, τύπος 270.
59. Κύλιξ δίωτος άνευ ποδός. Αριθ. ευρ. Π 18 (Πίν. 16 γ). Ύψ. (αγγείου συμπεπληρωμένου) άνευ λαβών 0,144 μ., μετά λαβών 0,17 μ., διάμ. στομίου 0,13 μ. Συγκεκολλημένη έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής κατά μέγα τμήμα των χειλέων, της κοιλίας, τμήματα της ετέρας των λαβών και την βάσιν. Συμπεπληρωμένη διά γύψου. Πηλός ερυθρός. Επίχρισμα φωτεινοτέρας αποχρώσεως. Λαβαί ταινιοειδείς, υπερυψωμέναι. Άνευ διακοσμήσεως. Χρονολόγησις: YE I.
60. Κύλιξ μόνωτος άνευ ποδός. Αριθ. ευρ. Π 17 (Πίν. 16 δ). Υψ. άνευ λαβής 0,077 μ., μετά λαβής 0,086 μ., διάμ. στομίου 0,116 μ. Συγκεκολλημένη έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής σχεδόν κατά το ήμισυ. Συμπεπληρωμένη διά γύψου. Η βάσις αποκεκρουμένη εις μικρόν τμήμα. Πηλός υπέρυθρος. Επίχρισμα ωχροκίτρινον. Λαβή ταινιοειδής ελαφρώς υπερυψωμένη. Χρονολόγησις: YE I.
61. Κύλιξ δίωτος. Αριθ. ευρ. Π 294 (Πίν. 16 ε). Ύψ. αγγείου συμπεπληρωμένου 0,14 μ., διάμ. στομίου συμπεπληρωμένου 0,145 μ. Σωζομένη κατά μικρόν τμήμα των χειλέων, της κοιλίας μετά της λαβής (έξ θραύσματα συγκεκολλημένα) και συμπεπληρωμένη κατά το λοιπόν διά γύψου. Πούς χαμηλός. Πηλός υπέρυθρος. Λαβαί ταινιοειδείς. Χρονολόγησις: YE I. Βλ. Furumark, σ. 59, εικ. 16, τύπος 254.

62. Τμήμα υψίποδος κύλικος, περιλαμβάνον το κατώτερον τμήμα της κοιλίας μετά του ποδός και του δίσκου της βάσεως, άποκεκρουμένου κατά την περιφέρειαν. Αριθ. ευρ. Π 279 (Πίν. 17 ς’). Μέγ. σωζ. ύψ. 0,085 μ. Η κάτω επιφάνεια του δίσκου της βάσεως φέρει εν τω κέντρω κοιλότητα. Συγκεκολλημένον εκ δύο τεμαχίων. Πηλός ωχροκίτρινος. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Χρονολόγησις: ΥΕ ΙΙΙ Α.
63. Τμήμα κύλικος άνευ ποδός, περιλαμβάνον τον δίσκον της βάσεως μετά του κατωτάτου της κοιλίας. Αριθ. ευρ. Π 280 (Πίν. 17 ε). Μέγ. σωζ. ύψος 0,057 μ. Συγκεκολλημένον έκ τεσσάρων τεμαχίων. Πηλός ερυθρωπός. Επίχρισμα φωτεινοτέρας αποχρώσεως. Βάσις κωνική. Κάτω επιφάνεια αυτής ελαφρώς κεκλιμένη προς το κέντρον, ένθα μεγάλη κοιλότης διαμ. 0,036 μ.Χρονολόγησις: YEI.
64. Κύλιξ δίωτος. Αριθ. ευρ. Π 293 (Πίν. 17 α). Έκ τάφου Θ (Σχέδ. 1, ιβ). Ύψ. 0,115 μ., διάμ. στομίου 0,125 μ. Συγκεκολλημένη εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής είς μικρά τμήματα των χειλέων και μέγα μέρος της κοιλίας. Συμπεπληρωμένη διά γύψου. Πηλός υπέρυθρος. Επίχρισμα ωχροκίτρινον. Λαβαί ταινιοειδείς. Πούς χαμηλός. Κάτω επιφάνεια δίσκου βάσεως κεκλιμένη προς το κέντρον, ένθα χοανοειδής κοιλότης. Ίχνη καστανομέλανος χρώματος εσωτερικώς και εξωτερικώς. Χρονολόγησις:YE II. Βλ. Blegen, Zygouries, πίν. 15. Furumark, έ.ά. σ. 56 κ.έ. εικ. 16, τύπος 254 και σ. 59, σημ. 8.
65. Κύλιξ νψίπους δίωτος. Αριθ. ευρ. Π 4 (Πίν. 17 β). Ύψ. άνευ λαβών 0,165 μ. διάμ. στομίου 0,145μ. Συγκεκολλημένη εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής εις τμήματα των χειλέων και της ετέρας των λαβών, της κοιλίας, ως και εις τμήμα του δίσκου της βάσεως. Συμπεπληρωμένη διά γύψου. Πηλός ερυθρός. Επίχρισμα όπέρυθρον. Ή άνω έπιφάνεια τού δίσκου τής βάσεως κυρτή, ή κάτω κοίλη μετά βαθείας κοιλότητος εν τω κέντρω. Η διακόσμησις δι΄ ερυθρού χρώματος. Εις τα μεταξύ των λαβών διαστήματα, ακανόνιστον φολιδωτόν κόσμημα, εις τινά τμήματα μετατρεπόμενον εις τεθλασμένην γραμμήν. Επί του ποδός επάλληλοι ταινίαι και γραμμαί, επί δε του δίσκου της βάσεως επάλληλοι ταινίαι. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται τα στενά χείλη εσωτερικώς και ςξωτερικώς, ως και η ράχις των λαβών. Χρονολόγησις: YE III Α. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 60, είκ. 16, τύπος 256.
66. Κύλιξ υψίπους. Αριθ. ευρ. Π 54 (Πίν. 17 γ). Ύψ. 0,125 μ., διάμ. στομίου 0,134 μ. Συγκεκολλημένη εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής κατά μέγα μέρος της κοιλίας και των χειλέων. Συμπεπληρωμένη διά γύψου. Αποκεκρουμένη κατά τον δίσκον της βάσεως και τμήματα των χειλέων (η ετέρα των λαβών δεν συνεπληρώθη). Πηλός υπέρυθρος. Λαβή ταινιοειδής. η δισκοειδής βάσις επίπεδος, φέρουσα κοιλότητα κατά το κέντρον της κάτω επιφανείας αυτής. Χρονολόγησις: YE III Α. Βλ. Furumark, έ.ά.σ. 99 (διά το σχήμα της βάσεως) πρβλ. και Wace, Chamber Tombs, πίν.39,49.
67. Πούς κύλικος μετά τμήματος της κοιλίας. Αριθ. ευρ. Π 276 (Πίν. 17 δ). Μέγ. σωζ. ύψ. 0,675 μ. Συγκεκολλημένος εκ δύο τεμαχίων. Δίσκος βάσεως αποκεκρουμένος. Η κάτω επιφάνεια του δίσκου της βάσεως φέρει βαθείαν κοιλότητα εν τω κέντρω. Πηλός ερυθρωπός. Εσωτερικώς και εξωτερικώς του αγγείου, υπολείμματα ερυθρού ή ερυθροφαίου χρώματος, ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Χρονολόγησις: YE I.
68. Τμήμα κύλικος άνευ ποδός περιλαμβάνον το μέγιστον της βάσεως και ελάχιστον του κατωτάτου της κοιλίας. Αριθ. ευρ. Π 281 (Πίν. 17 ζ). Μέγ. σωζ. υψ. 0,045 μ. Πηλός φαιός φωτεινός, ακάθαρτος. Βάσις κωνική. Κάτω επιφάνεια αυτής κεκλιμένη προς το κέντρον, ένθα κοιλότης. Διάμ. 0,025 μ. Χρονολόγησις: YE I.
69. Θραύσμα κνλικος περιλαμβάνον τμήμα του ποδός και το κατώτατον της κοιλίας. Αριθ. ευρ. Π 282 (Πίν. 17 ζ). Μέγ. σωζ. υψ. 0,05 μ. Πηλός ερυθρωπός. Χρονολόγησις: YE III(;).
70. Δίσκος βάσεως υψίποδος(;) κύλικος μετά του κατωτάτου τμήματος του ποδός. Αριθ. ευρ. Π 283 (Πίν. 17 ζ). Αποκεκρουμένος. Μέγ. σωζ. υψ. 0,025 μ. Πηλός ερυθρός. Χρονολόγησις: YE I - ΙΙ.



71. Βάσις κύλικος άνευ ποδός μετά του κατωτάτου της κοιλίας. Αριθ. ευρ. Π 284 (Πίν. 18 α). Μέγ. σωζ. υψ. 0,03 μ., διάμ. βάσεως 0,052 μ. Αποκεκρουμένη κατά την περιφέρειαν της βάσεως. Πηλός υπέρυθρος. Επίχρισμα καστανόφαιον εσωτερικώς και εξωτερικώς του σωζομένου τμήματος του αγγείου. Κάτω επιφάνεια βάσεως χοανοειδής. Χρονολόγησις:YEI.
72. Δίσκος βάσεως κύλικος μετά του κατωτάτου τμήματος του ποδός. Αριθ. ευρ. Π 285 (Πίν. 18 α). Διάμ. δίσκου βάσεως 0,06 μ. Πηλός ωχροκίτρινος. Χρονολόγησις: YE III A - Β,
73. Τμήμα βάσεως κύλικος άνευ ποδός μετά μέρους του κατωτάτου τυς κοιλίας. Αριθ. ευρ. Π 286 (Πίν. 18 β). Μέγ. σωζ. ύψ. 0,03 μ. Αποκεκρουμένον. Πηλός ερυθρός ακάθαρτος. Κάτω επιφάνεια βάσεως κοίλη. Χρονολόγησις: YE I.
74. Τμήμα υψίποδος κύλικος περιλαμβάνον το κατώτατον της κοιλίας μετά τμήματος του ποδός. Αριθ. ευρ. Π 287 (Πίν. 18 β). Μέγ. σωζ. υψ. 0,065 μ. Πηλός ώχροκίτρινος. Επίχρισμα υπόλευκον. Χρονολόγησις: ΥΕ ΙΙΙ A - Β.
75. Πούς κύλικος μετά τμήματος της κοιλίας. Αριθ. ευρ. Π 69 (Πίν. 18 δ). Μέγ. σωζ. ύψ. 0,13 μ. Συγκεκολλημένος εκ δύο τεμαχίων. Πηλός υπέρυθρος. Επίχρισμα ωχροκίτρινον. Πούς υψηλός. Ο δίσκος της βάσεως ελαφρώς κυρτός κατά την άνω αυτού επιφάνειαν και κοίλος κατά την κάτω μετά βαθείας κοιλότητος έν τω κέντρω. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου ή καστανερύθρου χρώματος, ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Επί της κοιλίας σώζεται τμήμα ταινίας. Ετέρα ταινία κατά την μετάβασιν από της κοιλίας είς τον πόδα. Επί του ποδός, δύο παχείαι ταινίαι και ετέρα πολύ στενοτέρα κατά την μετάβασιν αυτού προς τον δίσκον της βάσεως. Κατά την περιφέρειαν του δίσκου της βάσεως, ετέρα ταινία. Χρονολόγησις: ΥΕ ΙΙΙ Α. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 61, εικ. 17, τύπος 265.76. Πέντε θραύσματα κύλικος συνανήκοντα και συγκολληθέντα. Αριθ. ευρ. Π 291 (Πίν. 18 γ). Μέγ. σωζ. μήκος 0,12 μ. Περιλαμβάνουν τμήμα των χειλέων μετά μιας λαβής ταινιοειδούς και τμήματος της κοιλίας. Πηλός ερυθρωπός. Επί της εσωτερικής και εξωτερικής αυτών επιφανείας υπολείμματα καστανερύθρου χρώματος. Χρονολόγησις: ΥΕ ΙΙΙ A(;).
77. Τέσσαρα θραύσματα έκ της κοιλίας κύλικος, συνανήκοντα και συγκολληθέντα. Αριθ. ευρ. Π 292 (Πίν. 18 ε) . Επί του ενός σώζεται το κάτω άκρον λαβής. Μέγ. σωζ. ύψος 0,11 μ. Πηλός υπέρυθρος. Ίχνη καστανερύθρου χρώματος εσωτερικώς και εξωτερικώς των οστράκων. Χρονολόγησις: ΥΕ ΙΙΙA(;).



78. Αρύταινα. Αριθ. ευρ. Π 37 (Πίν. 19 δ). Πλησίον του τάφου ΙΔ (Σχέδ. 1,29) Ύψ. 0,02 μ., διάμ. στομίου 0,07 μ. Ελλιπής είς τμήματα των χειλέων, συμπεπληρωμένων διά γύψου, και τμήμα της λαβής. Πηλός ερυθρωπός. Επίχρισμα καστανόφαιον. Χειροποίητος. Λαβή ταινιοειδής. Χρονολόγησις: ΜΕ - ΥΕ I.
79. Αρύταινα. Αριθ. ευρ. Π 251 (Πίν. 18 ς'). Εκ τάφου Γ. Σχέδ. 1,2. Ύψ. άνευ λαβής 0,035 μ., μετά λαβής 0,07 μ., διάμ. στομίου 0,06 μ. Ακεραία. Αποκεκρουμένη είς μικρόν τμήμα του χείλους. Πηλός ερυθρός, ανωμάλου οπτήσεως. Επίχρισμα υπόλευκον. Χειροποίητος. Λαβή ταινιοειδής. Χρονολόγησις: ΥΕ I.
80. Αρύταινα. Αριθ. ευρ. Π 260 (Πίν. 19α) Παρεδόθη προ της άνασκαφής του τύμβου (βλ. σ. 6, σημ. 2 καί σ. 11). Ύψ. άνευ λαβής 0,024μ., μετά λαβής 0,05 μ., διάμ. στομίου 0,065 μ. Ακεραία άλλ’ αποκεκρουμένη κυρίως κατά τα χείλη. Πηλός ερυθρός. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Χειροποίητος. Λαβή ταινιοειδής. Χρονολόγησις: ΥΕ I.
81. Αρύταινα. Αριθ. ευρ. Π 41 (Πίν. 19β). Εκ τάφου ΣΤ' (Σχέδ. 1, 12). Ύψ. άνευ λαβής 0,047 μ., μετά λαβής 0,10 μ., διάμ. στομίου 0,102 μ. Ακεραία. Συγκεκολλημένη μόνον κατά την λαβήν εκ τεσσάρων τεμαχίων. Πηλός ερυθρός. Επίχρισμα υπόλευκον. Χειροποίητος. Λαβή ταινιοειδής, λίαν υπερυψωμένη. Χρονολόγησις: YE I.
82. Αρύταινα. Αριθ. ευρ. Π 32 (Πίν. 19 γ). Υψ. άνευ λαβής 0,06, μ., μετά λαβής συμπεπληρωμένης 0,11 μ., διάμ. 0,09 μ. Συγκεκολλημένη εκ πέντε τεμαχίων. Ελλιπής κατά το μέγιστον της λαβής και μικρόν τμήμα της κοιλίας. Συμπεπληρωμένη διά γύψου. Πηλός ερυθρός, ακάθαρτος μετά μαρμαρυγίου. Χειροποίητος.Λαβή ταινιοειδής.Χρονολόγησις:YEI.
83. Αρύταινα. Αριθ. ευρ. Π 10 (Πίν. 19 ε). Παρεδόθη προ της ανασκαφής του τύμβου (βλ. σ. 6, σημ. 2 και σ. 11) Ύψ, άνευ λαβής 0,055 μ., διάμ. στομίου 0,108 μ. Συγκεκολλημένη έκ πέντε τεμαχίων. Ελλιπής κατά την λαβήν και μέγα μέρος της κοιλίας. Συμπεπληρωμένη διά γύψου. Πηλός ακάθαρτος φαιός. Χειροποίητος. Χρονολόγησις: YE I. Βλ. Blegen, Korakou, σ. 19, εικ. 26.
84. Μόνωτον αγγείον (αρύταινα). Αριθ. ευρ. Π 43 (Πίν. 19 ζ). Εκ τάφου I (Σχέδ. 1,2ο). Ύψ. άνευ λαβής 0,05 μ., μετά λαβής 0,07 μ., διάμ. στομίου 0,073 μ. Συγκεκολλημένον εκ δύο τεμαχίων. Ελλιπές εις τμήμα των χειλέων μετά της κοιλίας. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός φαιός, ακάθαρτος, ανομοιομερούς οπτήσεως. Χειροποίητον, χονδροειδές, ακανονίστου σχήματος. Λαβή ταινιοειδής. Χρονολόγησις: YE I.
85. Αρύταινα (χειροποίητος). Αριθ. ευρ. Π 47 (Πίν. 19 ς'). Έκ τάφου Η (Σχέδ. 1,15). Ύψ. 0,065 μ. δνευ λαβής, μετά λαβής 0,125 μ., διάμ. στομίου 0,098 μ. Ακεραία. Πηλός υπέρυθρος. Λαβή ταινιοειδής, κατακόρυφος και λίαν υπερυψωμένη, φέρουσα κατά μήκος της ράχεως αυτής ευρείαν αβαθή αύλακα. Κοιλία βαθεία. Ίχνη καστανοφαίου χρώματος επί της εξωτερικής επιφανείας. Χρονολόγησις: YE I(;). Πρβλ. Blegen, Zygouries, σ. 142, εικ. 133.



86. Αμφορεύς. Αριθ. ευρ. Π 42 (Πίν. 20 α). Έκ τάφου ΙΓ (Σχέδ. 1,24) Ύψ. 0,187 μ., διάμ. στομ. 0,105 μ. Ακέραιος. Συγκεκολλημένος εκ δύο μικρών τεμαχίων κατά τα χείλη. Αποκεκρουμένος κατά την περιφέρειαν των χειλέων, πλην μικρού τμήματος, και τμήματα της κοιλίας. Πηλός ερυθρόφαιος. Επίχρισμα φαιόν. Λαβαί δακτυλιοειδείς, οριζόντιοι κατά την μεγίστην διάμετρον της κοιλίας. Ολίγον κάτωθεν του λαιμού επί εκατέρας των όψεων, ανά εν ούς πλαστικώς δεδηλωμένον. Επί της άνω επιφανείας των χειλέων αύλαξ. Κοιλία σφαιρική, πεπιεσμένη - κωνική. Η διακόσμησις διά λευκού αμαυροχρώμου χρώματος. Περί την βάσιν του λαιμού ταινία, κάτωθεν της όποιας δύο επάλληλοι σειραί εξ ομάδων ομοκέντρων τόξων, εκάστης σειράς οριζομένης κάτωθεν υπό διπλής ταινίας. Χρονολόγησις: ΜΕ. Πρβλ. αγγείον παρεμφερούς σχήματος και διακοσμήσεως: Karo, Schachtgraber, πίν. 172, αριθ. 858.
87. Δίωτον αγγείον. Αριθ. ευρ. Π 36 (Πίν. 20 δ). Εκ τάφου ΙΔ (Σχέδ. 1, 26 ): Υψ. 0,12 μ., διάμ. στομίου 0,077 μ. Συγκεκολλημένον εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές είς μέγα τμήμα του λαιμού, τμήμα της μιάς των λαβών και τμήματα της κοιλίας. Πηλός υποκίτρινος. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Λαβαί ταινιοειδείς κατακόρυφοι. Κοιλία πεπιεσμένη ώοειδής - κωνική. Τοιχώματα λαιμού σχεδόν κατακόρυφα. Άνευ χειλέων. Διακόσμησις: υπολείμματα φαιών ταινιών. Χρονολόγησις: ΜΕ - YE I.88. Αμφορεύς. Αριθ. ευρ. Π 53 (Πίν. 20 β). Ύψ. 0,45 μ., διάμ. κοιλίας 0,40 μ., διάμ. στομίου 0,14 μ. Συγκεκολλημένος εκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής εις τμήματα του λαιμού, της κοιλίας, τμήμα της ετέρας των λαβών και της βάσεως. Πηλός ωχροκίτρινος. Επίχρισμα υποκίτρινον. Λαβαί δακτυλιοειδείς, οριζόντιοι κατά την μεγίστην διάμετρον της κοιλίας. Παρά την βάσιν των σκελών εκάστης λαβής οπή. Κοιλία ωοειδής. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου χρώματος. Παχεία ταινία του χρώματος τούτου περιβάλλει την βάσιν του λαιμού και ομοία παράλληλος προς αυτήν το κάτωθεν των λαβών τμήμα της κοιλίας. Αι δύο αύται ταινίαι συνδέονται δι΄ ετέρων κατακορύφων ταινιών, διατεταγμένων εις εξ ομάδας ανά τρεις, σχηματιζομένων ούτω τριών τριγλύφων και δύο μετοπών έφ’ εκάστης πλευράς. Το παρά την βάσιν τμήμα της κοιλίας, καλύπτεται ομοίως διά του αυτού ως άνω χρώματος, εξιτήλου. Χρονολόγησις: YE I. Ο τύπος και η διακόσμησις του αγγείου ανάγονται είς πρότυπα της ΜΕ εποχής: Βλ. ΑΕ 1910, σ. 231, εικ. 22. Furumark, ε.ά. σ. 24 και 89.
89. Δίωτον αγγείον. Αριθ. ευρ. Π 34 (Πίν. 20γ). Ύψ. 0,149 μ., διάμ. στομίου συμπεπληρωμένου 0,088 μ. Συγκεκολλημένον έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές κατά μέγα τμήμα του λαιμού, τμήμα της βάσεως, ως και μικρά τμήματα της κοιλίας. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός υπόλευκος. Λαβαί ταινιοειδείς, κατακόρυφοι. Λαιμός άνευ χειλέων. Τοιχώματα λαιμού σχεδόν κατακόρυφα. Άνευ διακοσμήσεως. Χρονολόγησις: YE I - II.
90. Αμφορεύς. Αριθ. ευρ. Π 46 (Πίν. 20ε). Ύψ. 0,195 μ., διάμ. στομίου 0,095 μ. Συγκεκολλημένος έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής εις τμήματα του λαιμού, των λαβών και της κοιλίας. Πηλός κίτρινος. Λαβαί ταινιοειδείς κατακόρυφοι. Κοιλία ωοειδής. Διακόσμησις: Ίχνη καστανοφαίου χρώματος επί του λαιμού καπ των χειλέων, εσωτερικώς και εξωτερικώς, επί της ετέρας των λαβών και επί της κοιλίας. Χρονολόγησις: YE III Α - Β.

91. Αμφορεύς. Αριθ. ευρ. Π 77 (Πίν. 21 α). Ύψ. 0,231 μ., διάμ. στομίου 0,12 μ. Συγκεκολλημένος έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής είς μέγα τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων, καθώς και είς τμήματα της κοιλίας και της βάσεως. Πηλός υπέρυθρος. Επίχρισμα φωτεινοτέρας αποχρώσεως Λαβαί οριζόντιοι, δακτυλιοειδείς. Παρά την βάσιν των σκελών εκάστης λαβής διαμπερής οπή. Κοιλία ωοειδής ελαφρώς πεπιεσμένη. Η διακόσμησις διά καστανομέλανος χρώματος. Είς τα μεταξύ των λαβών διαστήματα κατακόρυφοι παχείαι γραμμαί, ακανονίστου ύψους, εκφυόμεναι κάτωθεν εκ ταινίας. Επί του παρά την βάσιν τμήματος της κοιλίας, τριπλή ταινία. Επί των λαβών εγκάρσιαι παχείαι γραμμαί. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται ο λαιμός μετά των χειλέων εσωτερικώς και εξωτερικώς, μετά μικρού τμήματος των ώμων. Χρονολόγησις: ΥΕ ΙΙΙ A - Β(;).92. Αμφορεύς. Αριθ. ευρ. Π 66 (Πίν. 21 β). Ύψ. 0,156 μ., διάμ. στομίου 0,097 μ. Συγκεκολλημένος έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής είς μικρά τμήματα του λαιμού και των χειλέων, τμήματα της κοιλίας και καθ΄ όλην την βάσιν. Συμπεπληρωμένος διά γύψου. Πηλός υπέρυθρος. Λαβαν κατακόρυφοι ταινιοειδείς. Κοιλία ωοειδής. Έφ΄ όλης της επιφανείας υπολείμματα μελανοφαίου χρώματος. Χρονολόγησις: YE III Β.
93. Πίθος. Αριθ. ευρ. Π 64 (Πίν. 21 γ). Ύψ. 0,50 μ., διάμ. στομίου 0,325 μ. Ελλιπής κατά το ήμισυ περίπου και μικρόν τμήμα του κακώς διατηρουμένου ετέρου ημίσεος. Συγκεκολλημένος έκ πολλών τεμαχίων. Χειροποίητος, αμελούς κατασκευής. Πηλός ερυθρός, χονδρόκοκκος, ακάθαρτος, κακής οπτήσεως. Λαβαί οριζόντιοι, δακτυλιοειδείς κατά την μεγίστην διάμετρον της κοιλίας. Κοιλία ωοειδής. Άνευ διακοσμήσεως. Χρονολόγησις: ΜΕ - YE I. Πρβλ. Blegen, Korakou, σ. 32, εικ. 46 και Goldmann, Eutresis, σ. 176, εικ. 244, 1.
94. Κρατήρ. Αριθ. ευρ. Π 1 (Πίν. 21 δ καί Σχέδ). 2. Ύψ. 0,34 μ., διάμ. στομίου 0,355 μ. Συγκεκολλημένος έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής είς τμήματα των χειλέων και της κοιλίας. Συμπεπληρωμένος διά γύψου. Πηλός υποκίτρινος. Επίχρισμα του αυτού ως και ο πηλός χρώματος. Λαβαί ταινιοειδείς. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου χρώματος. Επί του ανωτέρου τμήματος της κοιλίας υπολείμματα διακοσμητικής ζώνης εκ δύο σειρών τρεχούσης σπείρας, σχηματιζουσών εσχηματοποιημένα φύλλα κισσού, ανά πέντε έφ΄ εκάστης πλευράς. Κάτωθεν της διακοσμητικής ταύτης ζώνης τριπλή ταινία. Υπολείμματα του αυτού ως άνω χρώματος επί των χειλέων εξωτερικώς και εσωτερικώς ως και επί της ράχεως των λαβών, έφ΄ ων ανά δύο κατά μήκος ταινίαι, συνδεόμενοι κατά διαστήματα διά τριών ετέρων λοξών επί της μιας, και οριζοντίων επί της ετέρας. Επί του κάτωθεν εκάστης λαβής τμήματος της κοιλίας, πεταλοειδής ταινία. Υπολείμματα ζώνης άνωθεν της δισκοειδούς βάσεως. Χρονολόγησις: ΥΕΙΙΙ A - Β. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 23, εικ. 4, τύπος 8 (διά το σχήμα) και σ. 357, εικ. 60, αριθ. 46, σχέδ. 38 (διά το κόσμημα).



95. Ρυτόν. Αριθ. ευρ. Π 70 (Πίν. 22 α). Έκ τάφου ΙΒ (Σχέδ. 1,22α) Ύψ. 0,248 μ., διάμ. στομίου 0,105 μ. Συγκεκολλημένον έξ εξ τεμαχίων κατά το ανώτερον τμήμα. Ελλιπές κατά το άκρον της εκροής και την λαβήν και μικρόν τμήμα του χείλους. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός οπέρυθρος, Επίχρισμα ωχροκίτρινον. Η διακόσμησις διά ερυθροφαίου ή καστανοφαίου χρώματος, ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Η διακόσμησις εξ έξ παχειών ταινιών κατανεμημένων κατά διαστήματα, των ενδιαμέσων κενών πληρουμένων δι΄ επαλλήλων γραμμών. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτονται τα χείλη εσωτερικώς και εξωτερικώς, ως και το κατώτατον τμήμα του αγγείου. Χρονολόγησις: ΥΕΙΙΙ Α. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 71 κ.έ. και 93, τύπος 199 καί 238.
96. Υδρία. Αριθ. ευρ. Π 76 (Πίν. 22 β). Ύψ. 0,223 μ., διάμ. στομίου 0,074 μ. Συγκεκολλημένη έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής εις τμήματα του λαιμού και της κοιλίας. Συμπεπληρωμένη διά γύψου. Είς τι να τμήματα αποκεκρουμένη. Πηλός ώχροκίτρινος. Επίχρισμα υποκίτρινον. Λαβαί δακτυλιοειδείς. Κοιλία πεπιεσμένη ωοειδής. Η μετάβασις από του λαιμού είς την κοιλίαν δηλούται διά δακτυλιοειδούς εξάρσεως. εν τω μέσω και κατά μήκος της κατακορύφου λαβής αδλαξ. Βάσις δισκοειδής. Χείλη παχέα. Άνω επιφάνεια χειλέων πεπλατυσμένη οριζόντιος. Η διακόσμησις διά καστανοφαίου χρώματος. Επί του ανωτέρου και κατωτέρου τμήματος του λαιμού, ανά μία παχεία ταινία και επί της κοιλίας τέσσαρες, ανά δύο άνωθεν και κάτωθεν των λαβών. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτεται η άνω επιφάνεια των χειλέων, ως και η ράχις των λαβών. Χρονολόγησις: YEIII Β. Βλ. Furumark, έ.ά. σ. 35, είκ. 7, τύπος 109.

97. Δίωτον αγγείον. Αριθ. ευρ. Π 16 (Πίν. 22 γ). Ύψ. 0,085 μ., διάμ. στομίου 0,063 μ. Συγκεκολλημένον εκ πέντε τεμαχίων. Ελλιπές είς τμήματα του λαιμού μετά των χειλέων, της κοιλίας και την ετέραν των λαβών. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Αποκεκρουμένον κατά τα χείλη και την βάσιν. Πηλός ωχροκίτρινος. Λαβαί δακτυλιοειδείς. Η διακόσμησις διά καστανού χρώματος καλύπτοντος όλην την επιφάνειαν του αγγείου εξωτερικώς, ως και το εσωτερικόν των χειλέων. Επί των ώμων κόσμημα εξίτηλον επιθέτου υπολεύκου χρώματος, εκ σειράς ελλειψοειδών κύκλων, έν τω μέσω των οποίων στιγμή. Άνωθεν και κάτωθεν του κοσμήματος τούτου λεπτή ταινία του αυτού χρώματος. Χρονολόγησις: ΜΕ - YE I.
98. Δίωτον τριποδικόν αγγείον. Αριθ. ευρ. Π 259 (Πίν. 22 δ). Παρεδόθη πρό της ανασκαφής του τύμβου (βλ. σ. 6, σημ. 2 καί σ. 11). Ύψ. 0,065 μ., διάμ. στομίου 0,045 μ. Ακέραιον. Αποκεκρουμένον είς τμήματα των χειλέων και τους πόδας. Πηλός υπέρυθρος. Επίχρισμα υπόλευκον. Λαβαί δακτυλιοειδείς οριζόντιοι κατά την μεγίστην διάμετρον της κοιλίας. Κοιλία αμφικωνική ακανόνιστος. Πέριξ της βάσεως τριγωνικώς διατεταγμένα τρία ζεύγη ποδών, σωζομένων κατά το ανώτερον αυτών τμήμα. Χρονολόγησις: YE I.
99. Δίωτον αγγείον. Αριθ. ευρ. Π 56 (Πίν. 22ε). Ύψ. 0,07 μ., διάμ. στομίου 0,048 μ. Συγκεκολλημένον έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπές κατά την ετέραν των λαβών και κατά μέγα τμήμα της κοιλίας μετά της βάσεως. Πηλός ερυθρός. Λαβαί δακτυλιοειδείς οριζόντιοι κατά την μεγίστην διάμετρον της κοιλίας. Κοιλία αμφικωνική. Άνευ διακοσμήσεως. Χρονολόγησις: YE I. Επιβίωσις ΜΕ τύπου.
100. Δίωτον αγγείον. Αριθ. ευρ. Π 13 (Πίν. 22 ζ'). Ύψ. 0,075 μ., διάμ. στομίου 0,034 μ. Συγκεκολλημένον έκ τριών τεμαχίων. Ελλιπές είς μέγα μέρος των χειλέων και ελάχιστον της κοιλίας. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Πηλός ερυθρός. Κοιλία ωοειδής πεπιεσμένη. Λαβαί δακτυλιοειδείς οριζόντιοι. Άνευ διακοσμήσεως. Χρονολόγησις: ΥΕ ΙΠ A(;)



101. Δίωτον αγγείον χυτροειδές. Αριθ. ευρ. Π 30 (Πίν. 23α). Υψ. 0,06 μ., διάμ. στομίου 0,048 μ. Ακέραιον. Αποκεκρουμένον κατά τα χείλη. Πηλός ερυθρός ακάθαρτος. Λαβαί ταινιοειδείς κατακόρυφοι. Κοιλία σφαιρική. Άνευ διακοσμήσεως. Χρονολόγησις: YE III A(;).
102. Μόνωτον σκυφοειδές αγγείον. Αριθ. ευρ. Π 19 (Πίν. 23 β). Εκ τάφου Ε (Σχέδ. Ι,10). Ύψ. άνευ λαβής 0,053 μ., διάμ. στομίου 0,093 μ. Ελλιπές μόνον κατά την λαβήν, συμπεπληρωμένην διά γύψου και δύο μικρά τμήματα των χειλέων. Αποκεκρουμένον εις τι τμήμα των τοιχωμάτων. Πηλός ωχροκίτρινος. Επίχρισμα εξωτερικώς και εσωτερικώς, ουχί καλώς διατηρούμενον, ερυθρού ή καστανοφαίου χρώματος, ποικίλλοντος ένεκα ανομοιομερούς οπτήσεως. Χρονολόγησις: YE I(;). Περί της προελεύσεως του σχήματος του αγγείου εκ Κρήτης, βλ. Bosanquet, Palaikastro, σ. 61, εικ. 49 και σ. 35, εικ. 68.
103. Μικρόν χυτροειδές άωτον αγγείον. Αριθ. ευρ. Π 258 (Πίν. 23 γ). Ύψ. 0,033 μ., διάμ. στομίου 0,052 μ. Συγκεκολλημένον έκ τεσσάρων τεμαχίων. Ελλιπές είς τμήμα των χειλέων και της κοιλίας. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Αποκεκρουμένον είς τμήματα των χειλέων και τς ηκοιλίας. Πηλός ερυθρός, ακάθαρτος. Χειροποίητον. Χρονολόγησις: YE I(;).
104. Κύαθος. Αριθ. ευρ. Π 253 (Πίν. 23 ζ'). Ύψ. 0,027 μ., διάμ. στομίου 0,08 μ. Συγκεκολλημένος έκ δύο τεμαχίων. Ελλιπής κατά την λαβήν και μέγα μέρος των χειλέων μετά της κοιλίας. Συμπεπληρωμένος διά γύψου. Αποκεκρουμένος είς τμήματα της βάσεως. Πηλός ωχροκίτρινος. Κάτω επιφάνεια βάσεως σχεδόν χοανοειδής. Η εσωτερική και η εξωτερική επιφάνεια καλύπτονται διά μέλανος χρώματος. Τοπικού εργαστηρίου. Χρονολόγησις: YE III Α. βλ. Furumark, έ.ά. σ. 53, είκ. 15, τύπος 238.
105. Κύαβος. Αριθ. ευρ. Π 31 (Πίν. 23 ε). Ύψ. 0,04 μ., διάμ. στομίου 0,094 μ. Συγκεκολλημένος έκ τεσσάρων τεμαχίων. Ελλιπής κατά μέγα μέρος των τοιχωμάτων. Συμπεπληρωμένος διά γύψου. Πηλός ερυθρός. Άνευ χειλέων. Λαβή δεν σώζεται. Άνευ διακοσμήσεως. Χρονολόγησις: ΥΕΙΠ Α-Β.
Πρβλ. Blegen, Korakou, σ. 59, εικ. 81 (YE II) και Zygouries, σ. 88, εικ. 75 άριθ. 398 (ΠΕ) του ίδιου, Prosymna II, πίν. 35, εικ. 166, άριθ. 1138 (YE). Goldmann, Eutresis, σ. 152, εικ. 209 (ME). BCH 78 ( 1954), σ. 176, εικ. 31 (ΠΕ).
106. Θήλαστρον. Αριθ. ευρ. Π 39 (Πίν. 23 δ). Ύψ. αγγείου συμπεπληρωιιένου άνευ λαβής 0,081 μ. Συγκεκολλημένον έκ τεσσάρων τεμαχίων. Ελλιπές είς τμήμα του λαιμού μετά των χειλέων, την λαβήν, το μέγιστον της προχοής και μικρά μέρη της κοιλίας. Συμπεπληρωμένον διά γύψου. Αποκεκρουμένον εις τμήματα της κοιλίας και τμήμα της βάσεως. Πηλός υπέρυθρος. Επίχρισμα καστανέρυθρον. Κοιλία ωοειδής - αμφίκωνική. Χρονολόγησις: YE II Α-Β. Πρβλ. Wace, Chamber Tombs, πιν. 52, 13. Furumark, έ.ά. σ. 30, εικ. 5, τύπος 159.
107. Ψευδόστομος αμφορεύς. Αριθ. ευρ. Π 296 (Πίν. 23 η). Ύψ. αγγείου συμπεπληρωμένου 0,107 μ. Σώζεται μόνον κατά μικρόν τμήμα της ετέρας των λαβών, εις τμήματα τής κοιλίας καί τήν βάσιν ( συνολικώς πέντε τεμάχια). Συμπεπληρωμένος κατά το λοιπόν μέρος διά γύψου. Πηλός ωχροκίτρινος. Κοιλία σφαιρική. Βάσις δακτυλιοειδής. Η διακόσμησις δι΄ ερυθροφαίου χρώματος. Περί το μέσον της κοιλίας τρεις επάλληλοι γραμμαί πλαισιούμεναι άνωθεν και κάτωθεν υπό ταινίας. Η αυτή διακόσμησις επί του κατωτάτου παρά την βάσιν τμήματος της κοιλίας. Διά του αυτού ως άνω χρώματος καλύπτεται η λαβή και ι δακτύλιος της βάσεως εξωτερικώς. Χρονολόγησις: ΥΕ ΙΙΊ Β.
108. Σκύφος. Αριθ. ευρ. Π 6 (Πίν. 23 ζ). Ύψ. (αγγείου συμπεπληρωμένου) 0,115 μ., διάμ. στομίου 0,150 μ. Συγκεκολλημένος έκ πολλών τεμαχίων. Ελλιπής κατά το μέγιστον τμήμα των χειλέων και της κοιλίας, ως και την ετέραν των λαβών. Συμπεπληρωμένος διά γύψου. Αποκεκρουμένος εις τμήματα της λαβής, της κοιλίας και της βάσεως. Πηλός ωχροκίτρινος. Λαβαί και βάσις δακτυλιοειδείς. Εξωτερικώς και εσωτερικώς υπολείμματα καστανοφαίου επιχρίσματος. Χρονολόγησις: ΥΕ ΙΙΙ Β.
109. Δύο θραύσματα κεράμων. Αριθ. ευρ. Π 407 (Πίν. 25 α). Έκ τάφου ΙΔ (Σχέδ. 1,27) Πηλός χονδρόκοκκος α. ερυθρός β. ερυθρόφαιος. Χρονολόγησις: ΥΕ I.
110. Βάσις αγγείου μετά μικρού τμήματος της κοιλίας. Αριθ. ευρ. Π 288 (Πίν. 25 α). Διάμ. βάσεως 0,084 μ. Πηλός ερυθρόφαιος, ακάθαρτος, χονδρόκοκκος. Χρονολόγησις: ΜΕ.
111. Βάσις αγγείου μετά μικρού τμήματος της κοιλίας. Αριθ. ευρ. Π 289 (Πίν.25 α). Μέγ. σωζ. ύψ. 0,045 μ., διάμ. βάσεως 0,05 μ. Πηλός ερυθρόφαιος, χονδρόκοκκος, ακάθαρτος. Χρονολόγησις: ΜΕ.
112. Θραύσμα εκ του ανωτέρου τμήματος κύλικος, μετά λαβής. Αριθ. ευρ. Π 290 (Πίν. 25 α). Μέγ. σωζ. ύψ. 0,09 μ. Μέγ. σωζ. μήκ. 0,13 μ. Πηλός ερυθροφαίου χρώματος, χονδρόκοκκος, ακάθαρτος. Γωνιώδης θλάσις, ολίγον κάτωθεν της λαβής. Χρονολόγησις: ΜΕ. Τα υπ΄ αριθ. κατ. 110-112 προέρχονται έκ του υπερθέν του τύμβου λόφου Κλειδί (βλ. πρόσθεν σ. 7).
113. Θραύσμα εκ της κοιλίας χειροποιήτου αγγείου μετά τμήματος των χειλέων και της λαβής. Αριθ. ευρ. Π 403 (Πίν. 24 α). Μέγ. σωζ. ύψ. 0,086 μ. Πηλός ερυθρός χονδρόκοκκος. Η διακόσμησις διά καστανερύθρου χρώματος. Διά του χρώματος τούτου καλύπτονται τα χείλη έξωτερικώς και τμήμα περί την λαβήν. Επί της άνω επιφανείας των χειλέων κατά διαστήματα «πινελιές» του αυτού ως άνω χρώματος. Κάτωθεν της λαβής τμήμα ταινίας και δεξιά αυτής τμήμα παχείας τεθλασμένης γραμμής. Τμήμα ταινίας σώζεται και εσωτερικώς του αγγείου. Χρονολόγησις: Υστέρα ΜΕ εποχή.
114. Δεκατρία θραύσματα έκ μεγάλων αγγείων, φέροντα αμαυρόχρωμον διακόσμησιν έκ ταινιών καστανοφαίου χρώματος. Αριθ. ευρ. Π 404 (Πίν. 24 α). Πηλός ερυθρός, ερυθρωπός ή ωχροκίτρινος. Χρονολόγησις: Υστέρα ΜΕ εποχή.
115. Ένδεκα θραύσματα ανήκοντα εις λαβάς κατά το πλείστον μεγάλων χειροποιήτων αγγείων. Αριθ. ευρ. Π 405 (Πίν. 24 β). Πηλός ερυθρωπός, των πλείστων χονδρόκοκκος και ακάθαρτος. Επ΄ αυτών ουδέν ίχνος διακοσμήσεως σώζεται. Χρονολόγησις: Υστέρα ΜΕ εποχή.
116. Δεκατρία όστρακα μεγάλων χειροποιήτων αγγείων. Αριθ. ευρ. Π 406 (Πίν. 24 γ). Πηλός χονδρόκοκκος, ερυθρωπός, φαιός ή ωχροκίτρινος. Άνευ διακοσμήσεως. Χρονολόγησις: Υστέρα ΜΕ εποχή.
117. Επτά όστρακα φέροντα διακόσμησιν έξ εγχαράκτων γραμμών. Αριθ. ευρ. Π 408 (Πίν. 24 δ). Πηλός χονδρόκοκκος, ακάθαρτος, ερυθρόφαιος, ερυθρός ή φαιός. Χρονολόγησις: Υστέρα ΜΕ εποχή.
118. Κιβώτιον περιέχον όστρακα ΜΕ και Μυκηναϊκής εποχής. Αριθ. ευρ. Π 266.
119. Τρεις σφόνδυλοί έκ πηλού. Αριθ. ευρ. Π 409 (Πίν. 25 β): α. Σφόνδυλος ακανονίστου σχήματος. Εκ τάφου Δ (Σχέδ. 1,7). Ύψ. 0,024 μ. Πηλός ακάθαρτος ερυθρόφαιος. Επίχρισμα μέλανος χρώματος. Χρονολόγησις: YE I. β. Σφόνδυλος κωνικού σχήματος. Έκ τάφου Ε (Σχέδ. 1,11). Υψ. 0,018 μ. Πηλός μελανοφαίου χρώματος. Χρονολόγησις: YE I. γ. Σφόνδυλος εις σχήμα κολούρου κώνου. Έκ τάφου Ε (Σχέδ. 1,11) Υψ· 0,04 μ. Πηλός ακάθαρτος, ερυθρού χρώματος. Χρονολόγησις: YE I.
120. Σφόνδυλος έκ στεατίτου. Αριθ. ευρ. Λ 28 (Πίν. 25 β). Έκ τάφου Ζ (Σχέδ. Ι,11) Ύψ. 0,016 μ. Κωνικού σχήματος. Χρονολόγησις: YE III Α - Β.
121. Τεμάχιον λαβής χαλκού μαχαιριδίου μετά τριών ήλων. Αριθ. ευρ. Μ 100 (Πίν. 25 γ). Έκ τάφου Δ (Σχέδ. 1,8). Μέγ. σωζ. μήκ. 0,031 μ., μέγ. σωζ. πλ. 0,02 μ. Χρονολόγησις: ΥΕΙ(;).


Ν. Γιαλούρης: Αρχαιολογικό Δελτίο 20 1965 Μελέται Α΄

1. Η πόλις Σαμικόν ή Σαμία, ολίγον προσείλκυσε μέχρι σήμερον το ενδιαφέρον, αί γενόμεναι δε είς τον χώρον αυτής έρευναι ήσαν μόνον επιφανειακαί ή περιορισμένης εκτάσεως. Βλ. Γ. Παπανδρέου, Ηλειακά, Αθήναι 1896, σ. 191-201 και, Η Ηλεία δια μέσου των αιώνων, Αθήναι 1924, σ. 61-133 κ.έ.. Doerpfeld, AM 33 ( 1908), σ. 320 κ.έ. και 38 (1913), σ. 110 κ.έ. Gardiner, Olympia, Oxford 1925, σ. 35 κ.έ. Η. L. Disbee, Hesperia VI (1937), σ. 525-38. Sperling, AJA 46 ( 1942 ), σ. 85 κ.έ.

2. Τινά των ευρεθέντων υπό του εν λόγω χωρικού αγγείων, διασωθέντα ακέραια υπό τού τότε Προέδρου της Κοινότητος Σαμικού κ. Π. Θεοχάρη και του Εκτάκτου Επιμελητού κ. Κ. Σακελλαρίου, οι οποίοι και ειδοποίησαν σχετικώς την Εφορείαν, παρεδόθησαν αμέσως εις το Μουσείον Αρχαίας Ολυμπίας. Είς αμφοτέρους εκφράζω τας θερμάς μου ευχαριστίας.
3. Τα τείχη ταύτα σωζόμενα παλαιότερον είς καλήν κατάστασιν, συμφώνως πρός τας πληροφορίας του Doerpfeld, συνέδεον και περιέκλειον τους λόφους Κλειδί, εκ των λόφων δε τούτων είχον υπό του ιδίου περισυλλεγή όστρακα προϊστορικά. Doerpfeld, AM 32 (1908), σ. 320 κ.έ., 38 (1913), σ. 111 κ.έ. μετά χάρτου έν πίν. IV. Gardiner, Olympia, σ. 35.
4. Σύντομον ανακοίνωσιν περί του ευρήματος βλ. εν BCH 79 (1955), σ. 253, είκ, 7-9.
5. Η φωτογραφία έλήφθη μετά τήν άπομάκρυνσιν τών άγγείων άπό τών τάφων I, Θ, ΙΑ,
6. Τελευταίως, Μ. ’Ανδρονίκου, Ελληνικά Επιτάφια Μνημεία, ΑΔ 17 (1961/62), σ. 173 κ.έ.
7. Παυσ. V 13, 1 κ.έ. καί VI 20, 7.
8. Παυσ. X 24, 6.
9. Παυσ. II 29, 8.
10. Παυσ. II 15, 3.
11. Παυσ. VIII 16, 3.
12. Ανδοκίδης I 45· C I G I, 103, 3. Milchhoefer, Zu den Karten v. Altika I 37 κ.έ. καί II 2, 12 κ.έ. RE 1, 2 λ. Heros σ. 2493. Περί έτέρων αναλογών μνημείων είς Αττικήν καί άλλαχοϋ βλ. Milchhoefer, 6. ά. 2, 13 κ.έ. καί RE 6. ά. Συστηματικήν έξέτασιν τοϋ θέματος τοϋ τύμβου είς τήν μυκηναϊκήν έποχήν, βλ. Μ. Ανδρόνικον, ε. ά. σ. 152 κ.έ. Ή μελέτη αϋτη, καταλήγουσα είς τά αυτά πρός τά άνωτέρω συμπεράσματα (έ.ά. σ. 172 σημ. 93, όπου γίνεται μνεία τοϋ τύμβου Σαμικοϋ) καθιστά περιττήν πλέον τήν διεξοδικήν θεμελίωσιν αυτών, μολονότι είς τοϋτο άπέβλεπεν άρχικώς και ή παροΰσα μελέτη.
13. Πρβλ. και Ε. Curtius (Pelopon. 2, 82), ό όποιος ταυτίζει τον Ακίδαντα πρός τον Ακίδοντα καί μνημονεύει την υπό του Παυσανίου συσχέτισιν του ποταμού αυτού πρός τον Ιάρδανον. Περί της κοίτης καί τών πηγών του Ακίδαντος βλ. Γ. Παπανδρέου, Ηλειακά, σ. 200 κ.έ.
14. Ο Δάρδανος, υιός της Ηλέκτρας, θυγατρός του Άτλαντος (Άπολλοδ. III 12.1) δύναται ίσως νά συσχετισθή πρός τον Ιάρδανον- ούτω Δίδυμος είς Σχόλ. είς Ίλ. VII 135. Πρβλ. καί Fimmen, RE 9,1 είς λέξιν lardanos στ. 749- επίσης Curtius, Pelopon. II, σ. 80.
15. Στράβ. Η 346, 19 «τό μέν ούν Σαμικόν έστιν έρυμα, πρότερον δέ καί πόλις Σάμος προσαγορευομένη διά τό ύψος ίσως έπειδή σάμους εκάλουν τά ύψη- τάχα δέ τής Αρήνης ακρόπολις ήν τούτο...».
16. Bursian, Geogr. ν. Griechen. II, σ. 282 κ.έ. Frazer, Pausan. Ill, σ. 480, Παπανδρέου, Ήλειακά, σ. 194 κ.έ. Η Ηλεία διά μέσου τών αιώνων, σ. 133 κ.έ. καί Doerpfeld AM 33 ( 1908 ), σ. 321 καί 38 (1913), 113 κ.έ.
17. Pelop. II, σ. 82 κ.έ,
18. Frazer, Pausan. ΠΙ, σ. 478 κ.έ. Graefinghoff, AM 38 (1913), πίν. 4.
19. Ηλειακά, σ. 198 και Ηλεία διά μέσου τών αιώνων, σ. 61. Επίσης Sperling, έ.ά. σ. 81 άρ. 7.
20. Βλ. και Παυσ. V 5,7.
21. Olympia, Textb. I (Partsch), σ. 14. Doerpfeld AM 33 (1908), σ. 322 καί 38 (1913 ), σ. 110 κ.έ.
22. Leake, Travels in the Morea I, 54. Frazer, Paus. Ill, σ. 478.
23. E. Curtius, Pelopon., σ. 2,82. Frazer, Paus. Ill, σ. 478.
24. Ο Στράβων έν Η 348,21 αναφέρει έκ νέου τόν τάφον του Ιαρδάνου, τήν φοράν ταύτην εντοπίζων τούτον είς άλλην θέσιν, πλησίον του Λεπρέου. Το χωρίον όμως τούτο είναι πλήρες ασαφειών. Βλ. Fimmen RE είς λέξιν Ιάρδανος στ. 748—9. Είς Λέπρεον τοποθετεί τον ποταμόν Ιάρδανον και ο Doerpfeld, AM 38 (1913), σ. 137. Αντιθέτως ο Curtius, Pelopon. (2, 82) τοποθετεί τον λειμώνα και τόν τάφον του Ιαρδάνου «an den Abhangen des Samischen Berges, wo sie sich siidlich zum Anigros herabziehen».
25. Βλ. πρόσθεν σ. 7, σημ. 3.
26. Προσεκτική έν τούτοις ανάγνωσις τών ανωτέρω σχετικών χωρίων δεικνύει πόσον ασαφείς, ενίοτε καί δέ συγκρουόμεναι ήσαν αί περί τών προϊστορικών τοπονυμίων πληροφορίαι του Στράβωνος.
27. Frazer, Pausan. Ill έ.ά. Ε. Curtius, Pelopon. II, σ. 80. Graefinghoff, AM 38 (1913), πίν. IV.
28. Leake, Moreas I, σ. 67 κ.έ. E. Curtius, Pelopon. II, 82. Bursian, Geogr. von Griech. II, 235-281. Frazer, Paus. Ill, 478.
29. Στράβ. 347, 20. Πρβλ. Graefinghoff, AM 38 (1913 ), πίν. 4. Ώς πρός τόν έτερον ομώνυμον ποταμόν παρά την αρχαίαν Φειάν, ΒΔ. του σημερινού Κατακώλου, βλ. Ν. Γιαλούρη, ΑΕ 1958, 31 κ.έ. Αντιθέτως ο Curtius (Pelop. 2, 82 ) δέχεται ένα μόνον ποταμόν Ιάρδανον καί τον τοποθετεί πλησίον του τάφου και του λειμώνος του ομωνύμου ήρωος είς Σαμικόν.


Πηγή:
http://aristomenismessinios.blogspot.gr/2016/02/blog-post_18.html 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου