expr:class='"loading" + data:blog.mobileClass'>

nasdaq

Search in navarinoinvestment

auto slider

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

ΚΑΥΣΗ ΑΠΟΡΡΙΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΧΩΜΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

Τί προτιμάτε?

Αυτό...


 

ή

αυτό...




Ποιά είναι ακριβώς η ερώτηση;
Ας ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα. Η φύση δεν παράγει απορρίμματα. Στα φυσικά
οικοσυστήματα, αυτό που θεωρείται απόβλητο από ένα οργανισμό, αποτελεί χρήσιμη
πρώτη ύλη για κάποιον άλλο, και έτσι, τίποτα δεν χάνεται και συνεχίζεται αρμονικά ο
αέναος κύκλος της ζωής.
Οι σύγχρονες ανθρώπινες κοινωνίες διαταράσσουν αυτόν τον κύκλο με τρεις τρόπους.
Πρώτον, ο άνθρωπος έχει δημιουργήσει ένα ευρύ φάσμα ουσιών και υλικών που δεν
υπήρχαν στη φύση ή δεν προϋπήρχαν σ’ αυτή τη μορφή.

Τα πλαστικά είναι ένα καλό
παράδειγμα. Ακόμη και το τυπωμένο χαρτί, είναι δύσκολο να αφομοιωθεί χωρίς
παρενέργειες μέσω των φυσικών διεργασιών, αφού συνήθως περιέχει τοξικές λευκαντικές
ουσίες και μελάνια με βαρέα μέταλλα. Δεύτερον, οι ρυθμοί παραγωγής απορριμμάτων στις
σύγχρονες βιομηχανικές κοινωνίες ξεπερνούν τη δυνατότητα των οικοσυστημάτων να
αφομοιώσουν γρήγορα τα απορρίμματα με φυσικές διεργασίες, με αποτέλεσμα τη
συσσώρευση τεράστιων όγκων σκουπιδιών που αποτελούν πλέον ένα μείζον πρόβλημα το
οποίο καλούμαστε να διαχειριστούμε. Τρίτον, αν και εξαρτόμαστε απολύτως από τη φύση
για την απόληψη των πρώτων υλών που χρειαζόμαστε για την επιβίωσή μας, έχουμε
διαχωρίσει τα δύο ρεύματα απόληψης και απόρριψης χρήσιμων υλικών, με αποτέλεσμα να
επιβαρύνουμε διπλά τη μάνα Γη.

Τι κάνουμε λοιπόν; Η ορθοδοξία των ημερών επιτάσσει δύο ‘λύσεις’: το θάψιμο και το
κάψιμο. Καμία από τις δύο δεν λύνει όμως το γόρδιο δεσμό των απορριμμάτων, αφού και
οι δύο δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα στη ρίζα του. Με άλλα λόγια, βλέπουν τα
απορρίμματα σαν πρόβλημα που πρέπει να ξεφορτωθούμε και όχι σαν χρήσιμες και
πολύτιμες πρώτες ύλες που πρέπει να επανενταχθούν στην αέναη ροή της ύλης που κρατά
τον πλανήτη μας ζωντανό.
Η ταφή των απορριμμάτων, είτε σε ανεξέλεγκτες χωματερές, είτε σε ελεγχόμενους
χώρους ‘υγειονομικής ταφής’, έχει δεχθεί προ πολλού τα πυρά από πολλές πλευρές. Και
δικαίως. Η σπατάλη πρώτων υλών, η ρύπανση των υπόγειων υδροφορέων από τα τοξικά
κατασταλάγματα, η πρόκληση πυρκαγιών, οι εκλύσεις τοξικών διοξινών από την εκούσια ή
μη καύση των σκουπιδιών, η αφόρητη δυσωδία, η υποβάθμιση περιοχών, είναι μερικές
μόνο από τις επιπτώσεις της επιλογής αυτής. Γι’ αυτό άλλωστε και οι πολίτες των περιοχών
που επιλέγονται για υποδοχή απορριμμάτων προς ταφή αντιδρούν και διαμαρτύρονται για
την υποβάθμιση της ζωής τους. Ειδικότερα στην Ελλάδα, τα προβλήματα που θίξαμε
παρουσιάζονται στον υπερθετικό βαθμό. Πάνω από χίλιες ανεξέλεγκτες χωματερές (και
χιλιάδες μικρότεροι σκουπιδότοποι σε ρέματα και χέρσα γη), συνθέτουν μια εικόνα

υποβάθμισης και ντροπής. Οι χωματερές αυτές αποτελούν τη σημαντικότερη πηγή
έκλυσης διοξινών στη χώρα (1), επιβαρύνοντας την τροφική αλυσίδα και εν τέλει την υγεία
όλων μας. Ορθώς λοιπόν αποτελεί πολιτική επιλογή το κλείσιμο όλων των παράνομων και
ανεξέλεγκτων χωματερών ως τα τέλη του 2007. Το ερώτημα βέβαια είναι τι θα τις
αντικαταστήσει. Μία από τις προτεινόμενες επιλογές είναι η καύση των απορριμμάτων με ή
χωρίς απόληψη ενέργειας. Είναι όμως η επιλογή αυτή λογική; Προστατεύει το περιβάλλον
και τη δημόσια υγεία; Λύνει εν τέλει το πρόβλημα;
Η έκθεση αυτή απαντά στα παραπάνω ερωτήματα, δίνοντας σαφείς και τεκμηριωμένες
απαντήσεις. Χωρίς περιστροφές απορρίπτει την καύση ως ακριβή, αναποτελεσματική
και επικίνδυνη μέθοδο διαχείρισης των απορριμμάτων, η οποία δεν συμβαδίζει με τις
αρχές της αειφορίας και της βιώσιμης ανάπτυξης και επιπλέον δεν είναι συμβατή
με άλλες ηπιότερες μεθόδους διαχείρισης, όπως για παράδειγμα η ανακύκλωση και η
κομποστοποίηση.

Η καύση στην πυρά
Η απόρριψη της καύσης και γενικότερα όλων των συγγενών τεχνολογιών θερμικής
επεξεργασίας των απορριμμάτων (αλλά και των βιομηχανικών και νοσοκομειακών
αποβλήτων) βασίζεται σε μια σειρά από ισχυρά επιχειρήματα τα οποία συνηγορούν κατά
της συγκεκριμένης τεχνολογίας. Ο παρακάτω πίνακας συνοψίζει τα επιχειρήματα αυτά, τα
οποία στη συνέχεια θα αναλύσουμε διεξοδικότερα.

 

 
  

Από τη θεωρία στην πράξη
Στη θεωρία, η καύση των αποβλήτων περιγράφεται ως μία μέθοδος για τη μετατροπή
σύνθετων οργανικών ενώσεων σε διοξείδιο του άνθρακα και νερό. Αυτό δεν σημαίνει
βέβαια ότι η καύση (ή όποια άλλη θερμική επεξεργασία) δημιουργεί ή καταστρέφει την
ύλη. Αλλάζει απλώς τη χημική σύνθεση και μεταβάλλει την τοξικότητα των καιγόμενων
ουσιών.
Ακόμη κι αν υπήρχε τεχνικά η δυνατότητα της πλήρους ή τέλειας καύσης, θα
παρέμενε το πρόβλημα των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα (CO2), το
οποίο αποτελεί το κυριότερο αέριο του θερμοκηπίου και το οποίο ευθύνεται για
την αποσταθεροποίηση της ατμόσφαιρας του πλανήτη και τις εν εξελίξει
κλιματικές αλλαγές. Το θέμα της συμβολής της καύσης στην αλλαγή του κλίματος θα το
εξετάσουμε αναλυτικά παρακάτω.
Στην πράξη βέβαια, τα προβλήματα είναι περισσότερα και πιο πολύπλοκα. Η τέλεια καύση
είναι μόνο ένα θεωρητικό κατασκεύασμα, που κανένας καυστήρας δεν μπορεί να πετύχει
καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του. Επιπλέον, τα αέρια υποπροϊόντα της καύσης,
οδεύοντα προς την καμινάδα, ψύχονται και ορισμένα άτομα επανασυνδέονται για να
σχηματίσουν νέες επικίνδυνες ενώσεις, οι οποίες είναι πολλές φορές τοξικότερες από τις
ουσίες που καίγονται. Ακόμη και με την καλύτερη δυνατή τεχνολογία, οι
αποτεφρωτήρες εκπέμπουν τοξικά βαρέα μέταλλα, άκαυστα απόβλητα και
προϊόντα ατελούς καύσης.

Παράλληλα με τις αέριες εκπομπές, κάθε εργοστάσιο καύσης παράγει επίσης στερεά
τοξικά απόβλητα (με τη μορφή σκουριάς και τέφρας), καθώς και τοξικά υγρά
απόβλητα, τα οποία βέβαια απαιτούν ειδική διαχείριση. Όσο πιο αναπτυγμένα
συστήματα αντιρρύπανσης διαθέτει ένα εργοστάσιο καύσης αποβλήτων, τόσο
περισσότερες τοξικές ουσίες συσσωρεύονται στα υγρά και στερεά απόβλητα και τόσο
δυσκολότερη και ακριβότερη γίνεται η διαχείρισή τους.
Ένας αγαπημένος μύθος της βιομηχανίας καύσης είναι ότι η τεχνολογία αυτή μειώνει
δραστικά το βάρος και τον όγκο των απορριμμάτων. Συχνά, οι πλασιέ και τα ιλουστρασιόν
διαφημιστικά φυλλάδια των εταιριών που εμπορεύονται τις σχετικές τεχνολογίες κάνουν
λόγο για μείωση του όγκου των αποβλήτων που φτάνει το 90%. Ακόμη όμως κι αν
υπολογίσει κανείς μόνο τις εναπομένουσες τέφρες, το πραγματικό νούμερο αγγίζει μετά
βίας το 45% (2). Το δε βάρος των αποβλήτων υποτίθεται ότι μειώνεται στο ένα τρίτο του
αρχικού. Η εκτίμηση αυτή όμως αναφέρεται μόνο στα τελικά στερεά απόβλητα και δεν
συνυπολογίζει τις αέριες εκπομπές. Αν κανείς συνυπολογίσει όλες τις εκλύσεις και
απορρίψεις από ένα εργοστάσιο καύσης, το συνολικό βάρος των εξερχόμενων αποβλήτων
και ρύπων ξεπερνά το βάρος των εισερχόμενων. Λογικό, μιας και κάτι τέτοιο επιβάλλουν
οι απλοί νόμοι της χημείας. 

Εκείνο που ‘ξεχνούν’ να αναφέρουν οι πλασιέ στους ενδιαφερόμενους πελάτες τους είναι
πως κάθε εργοστάσιο καύσης συνοδεύεται και από μία χωματερή τοξικών για να
εναποτεθούν τα τοξικά υπολείμματα της καύσης. Ο μόνος τρόπος για να αποφύγει
κανείς τη χωματερή τοξικών είναι να χρησιμοποιήσει τα τοξικά υπολείμματα σε νέα
προϊόντα (π.χ. υαλότουβλα, τσιμέντο), μεταφέροντας όμως αλλού το πρόβλημα και
επανατροφοδοτώντας τοξικές ουσίες στο ευρύτερο περιβάλλον.
Διοξίνες: το άλλο όνομα της καύσης
Καμιά άλλη τεχνολογία δεν έχει συνδεθεί τόσο άρρηκτα με την παραγωγή και έκλυση
διοξινών όσο η τεχνολογία της καύσης αποβλήτων. Όχι τυχαία βέβαια, αφού εκτιμάται ότι
το 40-80% των συνολικών εκλύσεων διοξινών σε πολλές βιομηχανικές χώρες
προέρχεται από εργοστάσια καύσης αποβλήτων (2). Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, πάνω
από 70% του συνόλου των διοξινών προέρχεται από εστίες καύσης (3). Όπως θα δούμε
αναλυτικότερα παρακάτω, τα ποσοστά αυτά είναι ενδεχομένως μεγαλύτερα, μιας και
υπάρχουν ισχυρές ενστάσεις για τον τρόπο που μετρώνται και υπολογίζονται οι εκλύσεις
διοξινών από τα εργοστάσια καύσης. Ανεξάρτητες εκτιμήσεις δείχνουν ότι οι
χρησιμοποιούμενες μεθοδολογίες υποεκτιμούν το πρόβλημα και ότι στην πράξη οι
εκλύσεις είναι 30-50 φορές μεγαλύτερες (4).
Όποια ποσοστά κι αν δεχτεί κανείς όμως, γεγονός παραμένει ότι τα εργοστάσια αυτά
αποτελούν σημαντικότατες πηγές έκλυσης διοξινών. Ένας μύθος, που γίνεται συχνά
εύκολα πιστευτός από τους μη επαΐοντες, είναι πως οι διοξίνες καταστρέφονται
λόγω των πολύ υψηλών θερμοκρασιών (άνω των 1.000 βαθμών Κελσίου) που
αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια της καύσης. Αυτό είναι μερικώς αλήθεια, μόνο που ο
μύθος ξεχνά να πει όλη την ιστορία.

Ξεχνά να πει πως τα καυσαέρια πριν βγουν από
την καμινάδα ψύχονται και στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας υπάρχουν οι
ιδανικές θερμοκρασιακές συνθήκες (300-600 βαθμοί) για να δημιουργηθούν εκ
νέου διοξίνες. Κάποιες από τις διοξίνες αυτές διαφεύγουν στην ατμόσφαιρα, ενώ όσες
συγκρατούνται από τα συστήματα αντιρρύπανσης, καταλήγουν αναπόφευκτα στα υγρά και
στερεά απόβλητα της καύσης. Μελέτη για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (5) έδειξε
ότι στα σύγχρονα εργοστάσια καύσης, ένα μικρό ποσοστό διοξινών (της τάξης του 1,7%)
διαφεύγει τελικά από την καμινάδα, ενώ το συντριπτικό ποσοστό καταλήγει στις τοξικές
τέφρες και τις σκουριές. Ειδικά στα εργοστάσια καύσης που παράγουν και ενέργεια,
οι εκλύσεις διοξινών είναι αυξημένες, για τον απλό λόγο ότι τα απαέρια περνούν
από εναλλάκτη θερμότητας και έτσι μένουν περισσότερο χρόνο σε συνθήκες
ιδανικές για δημιουργία διοξινών.

 

 
Δυστυχώς, τα προβλήματα των εργοστασίων καύσης δεν εξαντλούνται στην έκλυση
διοξινών. Εκατοντάδες άλλες ενώσεις εκλύονται από τα εργοστάσια αυτά, πολλές από τις
οποίες δεν μπορούν καν να αναγνωριστούν και συνεπώς να καταγραφούν από τα
διαθέσιμα καταγραφικά όργανα. Οι εκλύσεις αυτές αποτελούν συχνά προϊόντα ατελούς
καύσης και μπορεί να φτάσουν σε βάρος έως και το 1% της συνολικής ποσότητας των
εισερχόμενων αποβλήτων (9). Στις ενώσεις αυτές συγκαταλέγονται πολλές αλογονωμένες
οργανικές ενώσεις όπως, για παράδειγμα, τα πολυχλωριωμένα διφαινύλια (PCBs),
χλωριωμένα βενζόλια, πολυχλωριωμένα ναφθαλένια (PCN), αλογονωμένες φαινόλες,
βρωμιωμένες ή ιωδιωμένες διοξίνες, κ.λπ. Κάποιες από τις ουσίες αυτές έχουν
καταχωρηθεί στη λίστα των απαγορευμένων και τελούντων υπό περιορισμούς Εμμενόντων
Οργανικών Ρύπων (POPs) που ελέγχονται πλέον διεθνώς από τη Σύμβαση της Στοκχόλμης
λόγω της τοξικότητάς τους, της σταθερότητας στο περιβάλλον και της ιδιότητάς τους να
βιοσυσσωρεύονται μέσω της τροφικής αλυσίδας.
Στην πληθώρα των ρύπων που εκλύονται από τα εργοστάσια καύσης συγκαταλέγονται
ακόμη όξινα αέρια, όπως το υδροχλώριο, το υδροφθόριο, το υδροβρώμιο και οξείδια του
θείου, τα οποία, συν τοις άλλοις, δρουν διαβρωτικά και για τους ίδιους τους
αποτεφρωτήρες και τα συστήματα αντιρρύπανσης. Τα οξείδια του αζώτου (τα οποία
συμβάλλουν στη δημιουργία φωτοχημικού νέφους), οι πολυκυκλικοί αρωματικοί
υδρογονάνθρακες (πολλοί από τους οποίους είναι καρκινογόνοι) και αρκετές πτητικές
οργανικές ενώσεις (ιδιαίτερα επιβαρυντικές για την υγεία), συμπληρώνουν το χημικό
κοκτέιλ που εκλύεται από τις καμινάδες των εργοστασίων καύσης.
Τοξικά βαρέα μέταλλα: η αχίλλειος πτέρνα της καύσης
Τα μέταλλα δεν καταστρέφονται κατά τη διάρκεια της καύσης, συχνά μάλιστα
απελευθερώνονται στο περιβάλλον σε μορφή πιο επικίνδυνη απ’ αυτή που είχαν στα
αρχικά απόβλητα. Το χρώμιο, για παράδειγμα, βρίσκεται συνήθως στα απόβλητα στην
τρισθενή μορφή του που προκαλεί δερματοπάθειες, ενώ το οξειδωμένο μέταλλο μετά την
καύση (εξασθενές χρώμιο) είναι καρκινογόνο. Τουλάχιστον 19 τοξικά μέταλλα έχουν
ανιχνευτεί στις αέριες εκπομπές των εργοστασίων καύσης ανά τον κόσμο.
Αξίζει να κάνουμε ιδιαίτερη αναφορά στον υδράργυρο που εκλύεται από τα εργοστάσια
καύσης. Ο υδράργυρος, όπως και οι διοξίνες, είναι επίσης εμμένουσα και σταθερή τοξίνη
που βιοσυσσωρεύεται και μπορεί να μεταφερθεί σε πολύ μεγάλες αποστάσεις από το
αρχικό σημείο έκλυσής του. Είναι νευροτοξική ουσία, η οποία προκαλεί βλάβες στην
όραση, διαταραχές στο λόγο και την κίνηση, απώλεια μνήμης, σπασμούς, ακόμη και το
θάνατο. Ιδιαίτερα ευάλωτα όργανα στην έκθεση σε υδράργυρο είναι η καρδιά, τα νεφρά
και οι πνεύμονες. Στις πιο ευπαθείς ομάδες πληθυσμού συγκαταλέγονται τα
αναπτυσσόμενα έμβρυα και τα μικρά παιδιά, η ανάπτυξη των οποίων επηρεάζεται
σημαντικά από την έκθεση σε υδράργυρο. Ο υδράργυρος μεταφέρεται από τις
κυοφορούσες μητέρες στα έμβρυα μέσω του πλακούντα, όπως επίσης και μέσω του
μητρικού γάλακτος στα νήπια. Στις ΗΠΑ, εκτιμάται ότι ένα στα δέκα παιδιά γεννιούνται
11
κάθε χρόνο με αυξημένες πιθανότητες νευρολογικών διαταραχών, εξ αιτίας της έκθεσης
σε υδράργυρο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (10).
Τα εργοστάσια καύσης αποβλήτων (ιδιαίτερα αυτά που καίνε νοσοκομειακά
απόβλητα) αποτελούν σημαντικότατες πηγές έκλυσης υδραργύρου. Στις ΗΠΑ, το
39% των αέριων εκπομπών υδραργύρου προέρχεται από εργοστάσια καύσης,
ενώ σε παγκόσμια κλίμακα το ποσοστό αυτό εκτιμάται σε 29% (11).
Άλλα τοξικά μέταλλα που εκλύονται κατά τη διάρκεια της καύσης είναι τα εξής (12):
Μόλυβδος Προκαλεί νευρολογικές διαταραχές, ζημίες στους πνεύμονες και τα νεφρά,
και μαθησιακά προβλήματα στα μικρά παιδιά.
Κάδμιο Προκαλεί ζημίες στα νεφρά, διαταραχές στους πνεύμονες, ενώ οι υψηλές
δόσεις καταστρέφουν τελείως τους πνεύμονες και μπορεί να επιφέρουν
ακόμη και το θάνατο.
Αρσενικό Καταστρέφει πολλούς ιστούς περιλαμβανομένων των νεύρων, του
στομάχου, των εντέρων και του δέρματος, προκαλεί μειωμένη παραγωγή
ερυθρών και λευκών αιμοσφαιρίων και καρδιακή αρρυθμία.
Χρώμιο Καταστρέφει το ρινικό σύστημα, τους πνεύμονες και το στομάχι.
Βηρύλλιο Προκαλεί χρόνια προβλήματα στους πνεύμονες.
Σε παγκόσμια κλίμακα, τα εργοστάσια καύσης εκτιμάται ότι συνεισφέρουν κατά 21% στις
συνολικές αέριες εκπομπές μαγγανίου και μολύβδου, κατά 19% στις συνολικές εκπομπές
αντιμονίου, κατά 15% στις εκπομπές ψευδαργύρου και κατά 11% στις εκπομπές
σεληνίου(13).
Μικροσωματίδια: ένας ρύπος προτεραιότητας
Οι διεργασίες καύσης παράγουν μεγάλες ποσότητες εξαιρετικά μικροσκοπικών σωματιδίων
και κυρίως σωματιδίων με διάμετρο μικρότερη από 2,5 εκατομμυριοστά του μέτρου, τα
οποία μπορούν να εισχωρήσουν βαθύτερα στους πνεύμονες και να προκαλέσουν σοβαρές
βλάβες. Οι σταθερές εστίες καύσης είναι η σημαντικότερη πηγή έκλυσης μικροσωματιδίων
στα αστικά κέντρα μαζί με τα πετρελαιοκίνητα οχήματα.
Τα μικροσωματίδια είναι ίσως ο πιο παρεξηγημένος και παραμελημένος ρύπος. Δεκάδες
έρευνες σε όλο τον κόσμο ενοχοποιούν τα μικροσωματίδια όχι μόνο για αύξηση της
θνησιμότητας, αλλά και για σημαντικές μακροχρόνιες βλάβες στην υγεία. Οι έρευνες
ενοχοποιούν κυρίως τα αιωρούμενα ατμοσφαιρικά σωματίδια μικρής διαμέτρου (γνωστά
και ως ΡΜ10, ΡΜ2.5 και ΡΜ1), που εισχωρούν βαθύτερα στο αναπνευστικό σύστημα.
Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι μία αύξηση των ΡΜ10 κατά 10 μg/m3 επιφέρει αύξηση της
θνησιμότητας κατά 1%. Άλλες μελέτες έδειξαν ότι για κάθε αύξηση 10 μg/m3 των
επιπέδων ΡΜ10 έχουμε αύξηση των εισαγωγών σε νοσοκομεία ασθενών με άσθμα κατά
2%(14). Σύμφωνα μάλιστα με τη Βρετανική Επιτροπή για τις Επιπτώσεις των Αέριων Ρύπων
στην Υγεία (COMEAP), μόνο στη Βρετανία, τα ΡΜ10 μπορεί να ευθύνονται για 8.100
πρόωρους θανάτους και 10.500 έκτακτες εισαγωγές σε νοσοκομεία ετησίως!
Τα αποτελέσματα των επιδημιολογικών ερευνών προκάλεσαν διαδικασίες αναθεώρησης
των ορίων για τα σωματίδια από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (ΠΟΥ), την Ευρωπαϊκή
Ένωση και τις ΗΠΑ. Η ΠΟΥ δέχεται πλέον ότι δεν υπάρχει κατώφλι ασφαλείας για
τα αιωρούμενα σωματίδια και ότι, επομένως, αυτά μπορούν να προκαλέσουν
βλάβες στην υγεία από πολύ χαμηλά επίπεδα συγκέντρωσης στην ατμόσφαιρα.
Οι σημερινές τεχνολογίες αντιρρύπανσης των εργοστασίων καύσης μπορούν να
συγκρατήσουν μόνο το 5% έως 30% των εισπνεύσιμων σωματιδίων (ΡΜ2.5), ενώ είναι
τελείως άχρηστες στην περίπτωση των εξαιρετικά μικρών σωματιδίων (ΡΜ1) (2).
Έλεγχος της ρύπανσης και συνήθεις αλχημείες
Οι πλασιέ των εργοστασίων καύσης ορκίζονται συχνά στο όνομα της ‘state-of-the-art’
τεχνολογίας τους. ‘Παλιότερα είχαμε προβλήματα’, θα τους ακούσετε να λένε (αν και τότε
δεν τα παραδέχονταν βεβαίως). ‘Η σημερινή τεχνολογία τα έχει επιλύσει τελείως. Η
ρύπανση ελέγχεται πλήρως και είναι κάτω από τα αποδεκτά όρια’.
Τόσα ψέματα σε μία μόνο φράση! Η φράση αυτή βασίζεται σε τρεις αστήριχτες υποθέσεις.
Πρώτον, στην υπόθεση ότι υπάρχουν αποδεκτά επίπεδα εκπομπών για όλους τους ρύπους
που εκλύονται από τα εργοστάσια καύσης. Δεύτερον, ότι οι εκλύσεις αυτές καταμετρώνται
συστηματικά και επαρκώς. Και τρίτον, ότι οι εκλύσεις αυτές, ακόμη κι όταν
καταγράφονται, είναι εντός των ορίων που σήμερα θεωρούνται αποδεκτά.
Η αλήθεια είναι ότι οι πιο επικίνδυνες εκλύσεις δεν καταμετρώνται, ούτε συστηματικά,
ούτε επαρκώς. Κι αυτό είτε γιατί η σημερινή τεχνολογία δεν επιτρέπει τη συνεχή και
αδιάλειπτη καταγραφή τους (μόλις πρόσφατα, για παράδειγμα, παρουσιάστηκαν τεχνικές
για τη συνεχή καταγραφή των εκλύσεων διοξινών, χωρίς αυτές να είναι καν αποδεκτές
από το σύνολο της επιστημονικής κοινότητας), είτε απλώς γιατί οι τεχνικές αυτές δεν
εφαρμόζονται στην πράξη στις υπάρχουσες μονάδες καύσης.
Σε ότι αφορά την καταμέτρηση των εκλύσεων διοξινών, η συνήθης πρακτική είναι να
λαμβάνονται ένα με δύο δείγματα από την καμινάδα ετησίως, το κάθε δείγμα δε
αντιπροσωπεύει τις εκλύσεις μιας περιόδου 6 ωρών (12). Τα δείγματα αυτά θεωρούνται
λανθασμένα ως αντιπροσωπευτικά των ετήσιων εκπομπών. Μελέτες έχουν δείξει όμως ότι
τέτοιου είδους δείγματα μπορούν να υποεκτιμήσουν τις πραγματικές εκλύσεις διοξινών
έως και κατά 50 φορές (4). Ένας λόγος είναι ότι η παραγωγή διοξινών δεν είναι συνεχής
και ομοιογενής. Η πλειοψηφία των διοξινών παράγεται σε μικρές χρονικές αιχμές,
συνήθως κατά τη διαδικασία έναρξης λειτουργίας της μονάδας ή σε ειδικές περιπτώσεις
δυσλειτουργίας της. Επιπλέον, η έκλυση των διοξινών εξαρτάται από την ποιότητα των
καιγόμενων αποβλήτων, η οποία φυσικά δεν είναι ποτέ η ίδια. Οι δειγματοληψίες βέβαια
δεν λαμβάνονται ποτέ σε συνθήκες μέγιστης παραγωγής διοξινών, συνήθως δε, γίνεται
προσπάθεια να ληφθούν όταν καίγονται σχετικά ‘καθαρά’ απόβλητα (π.χ. απορρίμματα με
χαμηλή περιεκτικότητα σε πλαστικά PVC).
Η πραγματικότητα των εργοστασίων καύσης βρίσκεται μακράν των θεωρητικών
ειδυλλιακών καταστάσεων που υποθέτουν όσοι ισχυρίζονται πως όλα ελέγχονται διαρκώς.
Στο πιο σύγχρονο εργοστάσιο καύσης απορριμμάτων της Ολλανδίας, για παράδειγμα, το
σύστημα αντιρρύπανσης βρέθηκε εκτός λειτουργίας στο 10% του χρόνου, σύμφωνα με
δηλώσεις της ίδιας της εταιρίας που το διαχειρίζεται (15). Στη Βρετανία, έρευνα της
Greenpeace έδειξε ότι όλα ανεξαιρέτως τα εργοστάσια καύσης απορριμμάτων ξεπερνούν
τα θεσμοθετημένα όρια και μάλιστα πολλές φορές το χρόνο. Η έρευνα, η οποία βασίστηκε
σε στοιχεία των ίδιων των εργοστασίων, έδειξε συνολικά 533 παραβιάσεις σε 10
εργοστάσια σε ένα μόλις χρόνο, εκ των οποίων 95 σε μία μόνο μονάδα. Από τις
παραβιάσεις αυτές, μόλις μία κατέληξε σε κάποιο πρόστιμο (16).
Αναφέραμε προηγουμένως πως οι διοξίνες σχηματίζονται κατά τη διαδικασία ψύξης των
καυσαερίων πριν αυτά οδεύσουν προς την καμινάδα ή σε κάποιο εναλλάκτη θερμότητας.
Οι μονάδες καύσης δείχνουν να είναι παγιδευμένες σε ένα μαγγανοπήγαδο. Ενώ στις
υψηλότερες θερμοκρασίες καταστρέφονται οι διοξίνες και αυτό είναι επιθυμητό, στις
θερμοκρασίες αυτές αυξάνεται η πτητικότητα του υδραργύρου καθώς και ο σχηματισμός
μονοξειδίου του αζώτου (ΝΟ). Το τελευταίο είναι δύσκολο να απομακρυνθεί, η δε
απομάκρυνσή του ανεβάζει σημαντικά το κόστος της όλης διαδικασίας. Η συνήθης
πρακτική είναι να προστίθεται αμμωνία ή ουρία, αλλά η απόδοση της τεχνικής αυτής είναι
μόλις 60%. Ταυτόχρονα όμως, η προσθήκη αμμωνίας οδηγεί σε μεγαλύτερες εκλύσεις
μικροσωματιδίων που είναι πιο επικίνδυνα για την υγεία από το ΝΟ. Χαμηλώνοντας τη
θερμοκρασία, παράγεται λιγότερο ΝΟ, σχηματίζονται όμως περισσότερες διοξίνες (17).
Μία από τις προτεινόμενες τεχνικές για τη μείωση των εκλύσεων διοξινών και υδραργύρου
είναι η χρήση φίλτρων με ενεργό άνθρακα. Η παρουσία όμως ενεργού άνθρακα έχει ως
αποτέλεσμα την παραγωγή περισσότερων διοξινών (έως και κατά 30%) (18). Οι διοξίνες
αυτές, κατακρατώνται μεν στα φίλτρα ενεργού άνθρακα, αλλά αναπόφευκτα καταλήγουν
στην ιπτάμενη τέφρα, μεταθέτοντας απλώς το πρόβλημα της ρύπανσης από την
ατμόσφαιρα στο έδαφος.
Τέφρες: ένας μαγνήτης για τη ρύπανση
Η καύση θεωρείται λανθασμένα από κάποιους ως μία μέθοδος διάθεσης των αποβλήτων,
ενώ στην ουσία είναι μία τεχνολογία διαχείρισής τους. Κι’ αυτό γιατί η καύση παράγει με
τη σειρά της υπολείμματα τα οποία απαιτούν τελική διάθεση. Τα υπολείμματα αυτά είναι
είτε σκουριές, είτε τέφρες (στάχτες). Οι σκουριές και οι τέφρες αυτές θεωρούνται
επισήμως τοξικά απόβλητα από το διεθνές περιβαλλοντικό δίκαιο (π.χ. τις Συμβάσεις της
Βασιλείας και του Μπάμακο για τη διασυνοριακή μεταφορά αποβλήτων). Οι τέφρες
κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες: την τέφρα βάσης (συνήθως 90% του συνόλου) και την
ιπτάμενη τέφρα (η οποία είναι πιο τοξική). Το παράδοξο των εργοστασίων καύσης είναι
πως όσο πιο αναπτυγμένα συστήματα αντιρρύπανσης διαθέτουν, τόσο πιο τοξικές είναι οι
τέφρες, μιας και εκεί καταλήγουν οι δεσμευμένοι ρύποι, και τόσο πιο προβληματική και
ακριβή γίνεται η διαχείρισή τους.
Το πρόβλημα της τοξικότητας των τεφρών είναι ιδιαίτερα εμφανές στην περίπτωση των
βαρέων μετάλλων. Στην περίπτωση αυτή, τα μέταλλα βρίσκονται στις τέφρες σε
λεπτόκοκκη και πιο επικίνδυνη μορφή απ’ ότι στα αρχικά απόβλητα. Όντας συνήθως σε
στοιχειακή μορφή στις τέφρες, έχουν μεγαλύτερη κινητικότητα και είναι περισσότερο
βιοδιαθέσιμα. Αυτό αυξάνει τις πιθανότητες να εισχωρήσουν στους υδροφόρους ορίζοντες
και την τροφική αλυσίδα και να καταλήξουν αργά ή γρήγορα στον άνθρωπο.
Θέλοντας να αποφύγουν την ακριβή λύση της δημιουργίας μιας χωματερής τοξικών δίπλα
στο εργοστάσιο καύσης, οι βιομηχανίες καύσης προσπαθούν να ξεφορτωθούν την τέφρα
και τις σκουριές, χρησιμοποιώντας τες για άλλες χρήσεις. Συχνά, για παράδειγμα, τις
χρησιμοποιούν για επίστρωση δρόμων. Η πρακτική αυτή όμως είναι εξαιρετικά επικίνδυνη,
μιας και μεταφέρει τις τοξικές ουσίες στο ευρύτερο περιβάλλον και την τροφική αλυσίδα.
Ένα αλγεινό παράδειγμα αυτής της ανεύθυνης πρακτικής είχαμε στην περίπτωση του
Νιουκάστλ στη Βρετανία, όπου χρησιμοποιήθηκαν τέφρες από το γειτονικό εργοστάσιο
καύσης για την επίστρωση πεζοδρομίων, πάρκων ακόμη και σχολικών αυλών! Το
αποτέλεσμα ήταν ότι, όπως έδειξαν σχετικές μετρήσεις, τα επίπεδα διοξινών στην περιοχή
ήταν 1.900 φορές πάνω από τον ενδεικτικό εθνικό στόχο. Ομοίως, οι συγκεντρώσεις
τοξικών μετάλλων ήταν 136% έως 2.406% πάνω από τα φυσιολογικά επίπεδα (19).
Μια άλλη μέθοδος διαχείρισης της τοξικής τέφρας είναι η υαλοποίησή της. Με τον τρόπο
αυτό, οι τοξικές ουσίες δεσμεύονται στο γυαλί και δεν είναι εύκολα βιοδιαθέσιμες. Το
μεγάλο πρόβλημα αυτής της μεθόδου είναι το υψηλό κόστος. Η μέθοδος αυτή αυξάνει το
κόστος διάθεσης της τέφρας κατά 20-30 δολάρια τον τόνο (20). Επιπλέον, απαιτεί πολύ
μεγάλες ποσότητες ενέργειας. Συγκεκριμένα, απαιτεί περισσότερη ενέργεια απ’ όση
παράγεται κατά την αρχική καύση των αποβλήτων. Γι’ αυτούς τους λόγους, ελάχιστες
φορές έχει εφαρμοστεί η μέθοδος αυτή, αφού, εκτός των άλλων, παραμένει το πρόβλημα
της τελικής διάθεσης της υαλοποιημένης τέφρας.
Η αποτύπωση των επιπτώσεων
Τα παραπάνω περιγράφουν μια δυσάρεστη εικόνα για την καύση και προμηνύουν
σημαντικούς κινδύνους για την υγεία των εργαζομένων και των παροικούντων στην
ευρύτερη περιοχή των εργοστασίων καύσης. Πόσο βάσιμοι είναι όμως αυτοί οι φόβοι; Και
σε τι βαθμό η πραγματικότητα αντικατοπτρίζει όντως αυτή τη ζοφερή εικόνα; Συνοψίζουμε
παρακάτω τα αποτελέσματα σχετικών ερευνών, τα οποία δεν αφήνουν πιστεύουμε
αμφιβολίες για την επικίνδυνη φύση των εργοστασίων καύσης. Οι έρευνες αυτές αφορούν
είτε σε εργαζόμενους σε εργοστάσια καύσης, είτε σε κατοίκους περιοχών που γειτνιάζουν

με τέτοια εργοστάσια. Είναι αλήθεια πως άλλες έρευνες δεν μπόρεσαν να καταγράψουν σε
στατιστικά σημαντικό βαθμό αντίστοιχες επιπτώσεις. Αυτό όμως συμβαίνει πάντα σε όλα τα
επιστημονικά πεδία και ουδόλως ακυρώνει τη σημασία των δεκάδων ερευνών που
ενοχοποιούν τα εργοστάσια καύσης σε ότι αφορά στις επιπτώσεις τους στην υγεία.

 
 
 
 
 Καύση και αλλαγή του κλίματος
Ακόμη κι αν υπήρχε τεχνολογικά η δυνατότητα της τέλειας καύσης, θα παρέμενε το
πρόβλημα της έκλυσης διοξειδίου του άνθρακα (CO2) και άλλων αερίων του θερμοκηπίου
από τα εργοστάσια καύσης. Κατά μέσο όρο, κάθε φορά που καίμε ένα τόνο οικιακών
απορριμμάτων, παράγονται 557 κιλά CO2.Η ποσότητα αυτή εκλύεται στην ατμόσφαιρα
και συμβάλλει στην αλλαγή του κλίματος.

 Δεν θα πάρουμε σωστές απαντήσεις αν δεν
θέσουμε τα σωστά ερωτήματα. Το ερώτημα αν θα πρέπει να κατασκευάσουμε εργοστάσια
καύσης είναι εκ του πονηρού, μιας και προωθείται από πλασιέ εταιριών που νοιάζονται για
τη μεγιστοποίηση των κερδών τους και όχι για τη βιωσιμότητα του πλανήτη μας. Στο μόνο
λογικό ερώτημα που μπορεί και οφείλει να θέσει κανείς, το ερώτημα δηλαδή ‘ποιός είναι ο
πιο ενδεδειγμένος και φιλικός προς το περιβάλλον τρόπος για να διαχειριστούμε τα
σκουπίδια μας;’, η απάντηση είναι μονοσήμαντη. Μείωση-Επαναχρησιμοποίηση-
Ανακύκλωση. Το τρίπτυχο αυτό εγγυάται την αειφορία και είναι το μόνο που μπορεί να
μας οδηγήσει σε ένα βιώσιμο μέλλον. Είναι το μόνο που μπορεί να κάνει τις ‘Πόλεις χωρίς
σκουπίδια’ μια πραγματικότητα στα χρόνια που έρχονται. Η επιλογή είναι δική μας.


Πηγή:
Greenpeace 


Η παρακάτω ανάρτηση είναι περασμένων ετών αλλά μπορείτε να διαπιστώσετε ποιοί δήμοι στη Μεσσηνία οδεύουν στην λύση του προβλήματος των απορριμάτων(σε άλλα κράτη βέβαια δεν είναι πρόβλημα αλλά ευλογία,βλέπε σκανδιναβικές χώρες)και ποιοί μετά από 6 χρόνια εμφανίσει καμία πρόοδο σχετικά με την επιλυσή του.



Πηγή:
http://chameleontas09.blogspot.gr/2009/05/blog-post_22.html

 

 

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

ΧΑΔΑ Μεσσηνίας: Επικίνδυνοι για πυρκαγιές οι περισσότεροι


Επικίνδυνοι για την εκδήλωση πυρκαγιών, είναι οι περισσότεροι χώροι εναπόθεσης αστικών απορριμμάτων της Μεσσηνίας, που βρίσκονται σε χαράδρες και ρέματα, εντός ή πλησίον δασικών εκτάσεων, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της επιτροπής που έλεγξε τους χώρους αυτούς.
Η επιτροπή έλεγξε τους χώρους στους δήμους Αετού, Αίπειας, Ανδανίας, Ανδρούσας, Αριστομένους (4), Αυλώνος, Γαργαλιάνων, Δωρίου, Ιθώμης, Καλαμάτας, Κορώνης (2), Κυπαρισσίας, Μεθώνης, Μελιγαλά, Μεσσήνης, Νέστορος, Πεταλιδίου, Πύλου, Φιλιατρών και της Κοινότητας Τρικόρφου.
Παρατηρήσεις και ελλείψεις

Σύμφωνα με τα όσα κατέγραψε η επιτροπή, η συντριπτική πλειοψηφία των Δήμων .........
προβαίνει σε απόρριψη χωρίς διαχείριση των απορριμμάτων. Μόνο ο Δήμος Πύλου καίει τα απορρίμματα, ενώ, οι Δήμοι Ανδρούσας, Μεσσήνης, Κορώνης (Βασιλίτσι), Αριστομένους, Πεταλιδίου, Νέστορος, Αετού, Δωρίου, Κυπαρισσίας, Αυλώνος, Φιλιατρών, Καλαμάτας και Ιθώμης τα επικαλύπτουν με χώμα.
Πλήρως περιφραγμένο χώρο με συρματόπλεγμα, έχουν οι Δήμοι Γαργαλιάνων, Μεσσήνης, Πύλου, Κυπαρισσίας και Καλαμάτας. Ελλιπή οι Δήμοι Αετού, Αίπειας, Ανδρούσας, Αριστομένη, Ιθώμης, Μελιγαλά, Κορώνης (Βασιλίτσι) και Δωρίου. Τέλος, χωρίς περίφραξη είναι οι Δήμοι Ανδανίας, Αυλώνος, Νέστορος, Πεταλιδίου και Φιλιατρών.
Αντιπυρική ζώνη περιμετρικά του χώρου περίφραξης διαθέτουν οι Δήμοι Γαργαλιάνων, Δωρίου, Κυπαρισσίας, Φιλιατρών και Καλαμάτας, χωρίς όμως οι περισσότερες από αυτές να έχουν τα προβλεπόμενα μέτρα πλάτους (50 μέτρα), ενώ απαιτείται καθαρισμός. Χωρίς αντιπυρική ζώνη είναι οι χώροι στους Δήμους Αίπειας, Ανδανίας, Ανδρούσας, Αριστομένους, Ιθώμης, Μελιγαλά, Κορώνης (Βασιλίτσι), Αετού, Αυλώνος, Μεσσήνης, Νέστορος, Πεταλιδίου και Πύλου.
Φυλάσσονται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες μόνο οι χώροι σε Γαργαλιάνους και Καλαμάτα, ενώ ουδείς από τους Δήμους διαθέτει λάκκο βάθους 2 μέτρων για την απόθεση των απορριμμάτων.
Προειδοποιητικές σημάνσεις κινδύνου πυρκαγιάς διαθέτουν μόνο οι χώροι σε Καλαμάτα, Μελιγαλά, Ανδανία, Μεσσήνη, Κυπαρισσία και Ανδρούσα, ενώ, κατευθυντήριες πινακίδες έχουν αυτοί σε Γαργαλιάνους, Αίπεια, Αριστομένη, Πεταλίδι και Ανδρούσα.
Δεξαμενή νερού διαθέτουν οι Δήμοι Αίπειας, Δωρίου, Καλαμάτας, Ανδρούσας, Κορώνης (Βασιλίτσι), Αριστομένους, Ιθώμης, Κυπαρισσίας, Πεταλιδίου, Πύλου, Αετού, Φιλιατρών και Γαργαλιάνων.
Παροχή νερού από πυροσβεστικό κρουνό διαθέτουν μόνο οι Δήμοι Ανδρούσας, Αριστομένους, Μελιγαλά, Μεσσήνης, Πεταλιδίου και Νέστορος.
Πρόβλεψη για άμεση επέμβαση υδροφόρου οχήματος του Δήμου έχουν οι Δήμοι Μεσσήνης, Φιλιατρών, Νέστορος, Κυπαρισσίας και Καλαμάτας.
Τέλος, πρόβλεψη για άμεση επέμβαση σκαπτικών μηχανημάτων έχουν οι Δήμοι Αετού, Αυλώνος, Γαργαλιάνων, Καλαμάτας, Κυπαρισσίας, Νέστορος, Πεταλιδίου, Φιλιατρών, Κορώνης (Βασιλίτσι), Αριστομένους, Μεσσήνης, Πύλου και Δωρίου.
Προφυλάξεις
Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια των ημερών της αντιπυρικής περιόδου, με δείκτη επικινδυνότητας 4 και 5 για τη συγκεκριμένη περιοχή, επιβάλλεται η παρουσία υδροφόρου οχήματος με μέριμνα του Δήμου ή της Κοινότητας.

Πηγή: Θάρρος




                                                                                 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου